Απολαμβάνοντας το δώρο

Πριν από πολύ – πολύ καιρό ανεβαίνοντας μια κυλιόμενη σκάλα του μετρό είχα δει δίπλα στην κουπαστή ένα βιβλίο να με προσκαλεί και το άρπαξα χωρίς να το καλοσκεφτώ για να ανακαλύψω πώς είχε μέσα ένα σημείωμα από τον προηγούμενο κάτοχο! Το είχα θεωρήσει το δώρο εκείνης της ημέρας.

simeioma

Κι εδώ αρχίζει μια σειρά από μικρές χαριτωμένες συμπτώσεις. Πρώτη απ’ αυτές ότι η συγγραφέας μου ήταν οικεία και είχα διαβάσει και αγαπήσει τις ιστορίες της διαβάζοντάς τις στα αγγλικά σε περασμένες εποχές, όταν σπούδαζα στην Αγγλία. Μιλάω για την Ιρλανδή Maeve Binchy, μαστόρισσα της καλής, ελαφριάς λογοτεχνίας που αφηγείται όμορφα παραμύθια για μεγάλους. Το μυθιστόρημα λοιπόν αυτό που η θεά Τύχη έριξε στην κυριολεξία στα πόδια μου ήταν το Nights of Rain and Stars (Νύχτες βροχής και αστεριών) και -εδώ μπαίνει η επόμενη σύμπτωση – η πλοκή του διαδραματίζεται σε ένα ελληνικό νησί – τη στιγμή που τα περισσότερα βιβλία της συγγραφέως έχουν φόντο τα πράσινα λιβάδια της Ιρλανδίας.

Στην πιο σκοτεινή φάση του χειμώνα και σε μια από τις δικές μου μεγάλες σκοτεινιές είπα να ρίξω λίγο από το φως των αστεριών του δικού μας νησιού που δεν κατονομάζεται. Φυσικά υπάρχει και ολίγος έρωτας στην ιστορία μας ωστόσο το κεντρικό της θέμα είναι η καταπιεστική αγάπη των γονιών προς τα ενήλικα πια παιδιά τους και η προβληματική σχέση των περισσοτέρων ανθρώπων με τους γονείς τους (μας). Το ρούφηξα μαζί με δυο-τρία φλιτζάνια τσάι.

Γιατί άραγε οι ιστορίες της Binchy είναι τόσο θελκτικές; Επειδή έχουν αρχή, μέση και τέλος, γενναιόδωρες δόσεις απ’ όλα τα σωστά συστατικά και οι ήρωές της είναι οικείοι και βαθιά ηθικοί με την ευρύτερη έννοια, είναι καλοί άνθρωποι βρε παιδί μου, και όσοι δεν είναι ή σωφρονίζονται ή τους τρώει η μαρμάγκα. Στο τέλος πολλοί από τους ήρωες τακτοποιούνται, όχι όλοι, ωστόσο αρκετοί για να ζεσταθεί η καρδούλα του αναγνώστη. Μιλάμε για ιστορίες – βάλσαμο στην ψυχή ή όπως το λένε οι Αγγλοσάξωνες chicken soup for the soul. Διαβάστε και ζεσταθείτε!

Αγαπημένο μου μότο από το βιβλίο, – Agreements can be changed, plans can be rewritten.

Τελευταία σύμπτωση είναι ότι η προηγούμενη ανάρτηση γι’ αυτό το βιβλίο είχε γραφτεί ακριβώς πριν δύο χρόνια τέτοια μέρα!

Οι Νύχτες βροχής και αστεριών κυκλοφορούν και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Bell / Χαρλένικ Ελλάς.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Τα θέατρά μου: Μαμ

«Μαμ» όπως απαιτούν τα μωρά. «Μαμ» όπως το τυροπιτάδικο – φετίχ με τις νοστιμότατες κουρού στην οδό Πανεπιστημίου. Όταν πήγα να δω την παράσταση «Μαμ» αναρωτήθηκα αν ήταν παράσταση για μικρούς ή για μεγάλους. Τώρα που την έχω δει λέω πως είναι μια παράσταση για μεγάλους και μικρούς (ε, εντάξει, να ΄ναι δέκα χρονών οι μικροί για να το ευχαριστηθούν περισσότερο).

mam_1

Πρωτοήρθα σε επαφή με τον γραπτό λόγο του Σάκη Σερέφα με Έναν δεινόσαυρο στο μπαλκόνι μου όπου ένα κύμα νοσταλγίας με πέταξε στο ρεστοράν του Όλυμπος – Νάουσα στη Θεσσαλονίκη, σε ηλικία επτά ετών, να τρώω αχνιστά γιουβαρλάκια και να χαζεύω τα ψηλά ταβάνια και τα γκαρσόνια με τα μαύρα παντελόνια και τα άσπρα πουκάμισα. Έτσι, αφενός αγάπησα τον Σάκη Σερέφα, αφετέρου τον συνέδεσα με γαστριμαργικές μνήμες. Έτσι, δεν μου έκανε καθόλου εντύπωση που τον ξαναβρήκα σε ένα θεατρικό που ψηλαφεί τους πόνους και τις χαρές ενός μικρού ανθρώπου που πορεύεται προς την ενηλικίωση με μπούσουλα το φαγητό.

Στην σκηνή πρωταγωνιστεί ένα ψυγείο μάρκας Εσκιμό αν θυμάμαι καλά, ο μικρός Ζοζέφ, μαθητής που τον βλέπουμε στη διαδρομή έκτης δημοτικού – τρίτης λυκείου και ο Μεγάλος, ο οδηγός του σχολικού λεωφορείου που μεταφέρει τον Ζοζέφ στο ιδιωτικό του σχολείο αυτά τα εφτά χρόνια. Ο μόνος Ζοζέφ που ήξερα ποτέ ήτανε ο εγγονός της κυρίας Αθηνούλας, της μοδίστρας της γιαγιάς μου, και είχε αυτό το όνομα επειδή η οικογένειά τους ήταν καθολικοί και μου ακουγόταν τότε εξαιρετικά εξωτικό αυτό το καθολικοί τότε. Η κυρία Αθηνούλα, ανάμεσα στις πρόβες των φουστανιών, κερνούσε πάντα γλυκό του κουταλιού και σμυρναίικα κουλουράκια που έφτιαχνε με τα χεράκια της και αυτό ήταν το χαϊλάιτ της επίσκεψης για μένα. (κλείνω την παρένθεση).

mam_3

Ο Ζοζέφ του θεατρικού γίνεται φίλος με τον οδηγό του σχολικού και στη διάρκεια των επτά χρόνων που συναντιούνται στο λεωφορείο, ο Μεγάλος κερνάει τον Ζοζέφ επτά διαφορετικά εδέσματα, μέσα στο απαραίτητο τάπερ. Σοκολατάκι γεμιστό με ζυγούρι για τη μαυρίλα της εφηβείας αφού ο στενοχωρημένος εγκέφαλος ψοφάει για σοκολάτα και λίπη ζώων, σκουμπρί γεμιστό με κάππαρη για να δυναμώσει η ψυχή και να τολμήσει να εγκαταλείψει την αγέλη. Αστακό με λαδολέμονο για το πένθος, όταν ο Ζοζέφ χάνει τον παππού του. Γιατί ο αστακός όταν γδύνεται το παλιό του κέλυφος το τρώει για να δυναμώσει και να φτιάξει καινούριο. Έτσι όταν ο θάνατος σου πάρει κάποιον δικό σου, μην διώχνεις μακριά τις αναμνήσεις σου από εκείνον, φάτες, καταβρόχθισέ τις για να δυναμώσεις. Ωμό σολομό μαριναρισμένο με λεμόνι για θυμάσαι ποιος είσαι και από πού έρχεσαι. Σαλιγκάρια τηγανητά με κρασί και δεντρολίβανο για τις πληγές και τις χαρές του έρωτα. Του έρωτα που στην εφηβεία μυρίζει μαλακτικό μαλλιών με άρωμα πικραμύγδαλου. Καρδιές αγκινάρας λεμονάτες για να μάθεις να ξεφλουδίζει την καρδιά σου απ’ όλα τα περιττά και να μένει η ουσία που είναι μια σταλιά πράγμα. Προβατίνα βραστή με τραχανά για τη νοσταλγία του παρελθόντος.

mam_2

Οι λέξεις πέφτουν όμορφες, στρογγυλές μα όχι στρογγυλεμένες, απολαυστικές, λένε όμορφες ιστορίες, λένε έξυπνα πράγματα, σε ζεσταίνουν, σε χορταίνουν, μα δεν σε βαραίνουν. Μάλλον έτσι είναι τα καλογραμμένα θεατρικά. Παίζεται στο Skrow Theater στο Παγκράτι, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη. Με τους Χρηστίνα Γαρμπή, Θανάση Ζερίτη, Γιώργο Κισσανδράκη – όλοι τους γεμάτοι μεταδοτική ενέργεια. Να πάτε να το δείτε. Έχει όλα τα λιπαρά που χρειάζονται για να «λαδωθεί» και να ευφρανθεί ο εγκέφαλός σας!

Συνεχίστε την ανάγνωση

Στον φούρνο της γειτονιάς μου

Ένα πρωινό σαν όλα τ’ άλλα η γάτα μου με ξυπνάει στις έξι ακριβώς λες και κρύβει μέσα της κάποιον αόρατο ωρολογιακό μηχανισμό. Όμως δεν είναι ακριβώς σαν όλα τ’ άλλα γιατί με είχε πάρει ο ύπνος με τα ρούχα στον καναπέ και ξύπνησα πιασμένη. Με τα μάτια μισόκλειστα βρίσκω το κουτί της γατοτροφής, αδειάζω με την πλαστική σέσουλα στο πιατάκι, ακολουθεί σύντομο γουργουρητό ευχαρίστησης και ήχοι χλαπακιάσματος.

Μετά το απαραίτητο… φρεσκάρισμα στο μπάνιο πάω γραμμή στο βραστήρα για τσάι. Κι εκεί ανάμεσα στις ζεστές παρηγορητικές γουλιές μου έρχεται κεραμίδα η αποκάλυψη: μας τελείωσε το ψωμί. Σκανάρω το ψυγείο και τα ντουλάπια για οποιοδήποτε αρτοσκεύασμα αλλά δεν: ψωμί για τοστ, υπολείμματα χωριάτικης φραντζόλας, πίτες για σουβλάκια, μπριοσάκια, τίποτα! Το βασίλειό μου για δύο φέτες να εναποθέσω εκεί τις ελπίδες μου και το κολατσιό του παιδιού μου!

bakery
Ο φούρναρης Nicolas Cage (και όχι αυτός της γειτονιάς μου) στο Moonstruck (1987)

Η λύση είναι μία: μπουφάν, παπούτσια και έξω από την πόρτα σε αναζήτηση ανοιχτού καταστήματος στις 6:30 το πρωί. Μα θα είναι ανοιχτά; Θυμάμαι τον παππού που πήγαινε πάντα πριν ξημερώσει να ανάψει τους φούρνους του ζαχαροπλαστείου παρόλο που στις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του οι φούρνοι ανάβανε αυτοματισμένα. Και τη γιαγιά να τον ψέλνει «Μα πού πας μεγάλος άνθρωπος τέτοια ώρα, μέσα στη νύχτα, πριν τον πρώτο εργάτη, οι φούρνοι ανάβουνε μόνοι τους!» Κι εκείνος κουνούσε το κεφάλι, έλεγε «καλά» και… πήγαινε!

Καιρός να επαληθεύσουμε στην πράξη αν ο φούρνος της γειτονιάς είναι ανοιχτός. Βουτάω τα κλειδιά και τον τετράτροχο σύντροφό μου και βγαίνω στο πρωινό αγιάζι. Στα τρία τετράγωνα αντικρύζω τον φούρνο της γειτονιάς μας, ολόφωτο. Νιώθω σαν ροβινσώνας που αντίκρισε το πλοίο της σωτηρίας του. Μπαίνω μέσα και αμέσως με τυλίγει η ζέστη και οι μυρωδιές από τα πρωινά φουρνίσματα. Στη μικρή βιτρίνα είναι ήδη στρατηγικά παραταγμένα όλα τα σφολιατοειδή. Και, πιστέψτε με, υπάρχει δεύτερος πελάτης εκτός από εμένα!

Εκμεταλλεύομαι τον χρόνο μέχρι να εξυπηρετήσουν τον άνθρωπο για να πάρω όσο πολλές τζούρες μπορώ από αυτόν τον ιδιαίτερο αέρα που μοσχοβολάει φρεσκοψημένες ζύμες και θαλπωρή. Όπου να ‘ναι θα γουργουρήσω κι εγώ σαν τη γάτα. Σύντομα όμως έρχεται η σειρά μου. Κανείς δεν δείχνει έκπληξη για την τόσο πρωινή μου εμφάνιση. Διαλέγω για τα σάντουιτς του γιου στρουμπουλά ψωμάκια που μου ζεματάνε τα δάχτυλα – στο φούρνο της γειτονιάς μας επιτρέπεται να μην είσαι politically correct και να αγγίζεις με τα βρωμερά σου δάχτυλα το αντικείμενο του πόθου σου. Τραβάω και ένα σιμίτι κουλούρι τίγκα στο σουσάμι – δώρο στον εαυτό μου, να συνοδέψει το δεύτερο φλιτζάνι τσάι της ημέρας. Φεύγω γραμμή για το σπίτι, ακόμα τυλιγμένη σε ατμούς … αρτοποίησης. Βρε, μήπως να το κάνω συχνότερα;

Συνεχίστε την ανάγνωση