Μέσα από τη λέσχη μου δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω για πρώτη φορά Βιρτζίνια Γουλφ. Αισθάνομαι πως δεν έχω τα εφόδια για να κρίνω τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής της, το stream of consciousness (συνειδησιακή ροή ή εσωτερικός μονόλογος). Ωστόσο, διαβάζοντας την Κυρία Νταλογουέι μου γεννήθηκαν συναισθήματα και σκέψεις που θέλω να μοιραστώ. Σαν ανάγνωσμα με συνεπήρε, χάθηκα μέσα στο «ρεύμα» των συνειρμών μιας ευαίσθητης ψυχής που παρατηρεί τους ανθρώπους της ζωής της άλλοτε με στοχασμό, άλλοτε με λεπτή ειρωνεία μα κυρίως με τρυφερότητα. Το μυθιστόρημα περιγράφει μια ημέρα από τη ζωή της μεγαλοαστής Κλαρίσα Νταλογουέι στα περίχωρα του Λονδίνου, το καλοκαίρι του 1923. Ο χρόνος διαστέλλεται για να απλωθεί στις 264 σελίδες του βιβλίου ενώ οι κτύποι του Μπιγκ Μπεν μας υπενθυμίζουν κάθε τόσο την παρουσία του. Χαριτωμένη λεπτομέρεια ότι αναφέρεται στη θερινή ώρα χαρακτηρίζοντάς την νεωτερισμό.
Η Κυρία Νταλογουέι μιλάει για όλα, για τη ζωή και το θάνατο, για τον έρωτα, για τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, για την ψυχική ασθένεια και τη βάναυση αντιμετώπισή της στις αρχές του 20ού αιώνα, για τη βασιλεία στην Αγγλία και την τυφλή υποταγή σε αυτήν και η λίστα δεν έχει τέλος.
Ένιωσα τη συγγραφέα να μου κλείνει το μάτι με χιούμορ στην επιλογή ονομάτων χαρακτήρων: η δεσποινίς Κίλμαν (Killman – αυτή που σκοτώνει τους άνδρες), καθηγήτρια της Ιστορίας με την οποία συνδέεται στενά με σχέση ερωτική, ομοφυλοφιλική, η κόρη της Κλαρίσα, η 17χρονη Ελίζαμπεθ και η λαίδη Λάβτζοϊ (Lovejoy – αυτή που αγαπά τη χαρά), ανέμελη κυρία της καλής κοινωνίας.
Είχα διαβάσει αρκετά στο παρελθόν για τη ζωή της Γουλφ, μα τώρα που άκουσα ακόμα περισσότερα για την ψυχική της ανισορροπία, τη σεξουαλικότητα και την αυτοκτονία της αυθόρμητα σκέφτηκα μια άλλη γυναίκα συγγραφέα Ελληνίδα, που έζησε ακριβώς την ίδια εποχή με τη Βιρτζίνια. Η δική μας Πηνελόπη Δέλτα δεν επινόησε κάποιο νέο στυλ γραφής όπως η Γουλφ, ωστόσο, στα παιδικά βιβλία που έγραψε χρησιμοποίησε την δημοτική γλώσσα, γεγονός που ισοδυναμούσε τότε με κοινωνική επανάσταση. Και οι δύο τους μεγάλωσαν σε ένα μεγαλοαστικό οικογενειακό περιβάλλον που συνδύαζε την αυστηρή βικτωριανή ηθική με την προοδευτική διανόηση, όπου η μόρφωση των κοριτσιών ερχόταν σε δεύτερη μοίρα, και οι δυο τους είχαν δεσποτικούς πατεράδες, είχαν κλονισμένη ψυχική υγεία (η Βιρτζίνια Γουλφ από διπολική διαταραχή και η Πηνελόπη Δέλτα από κατάθλιψη) και αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν κάμποσες φορές κατά τη διάρκεια της ζωής τους, έζησαν γάμους λειψούς από μία άποψη, αφού η Γουλφ, έχοντας κακοποιηθεί σεξουαλικά από τους ετεροθαλείς αδελφούς της ως παιδί και έφηβη, δεν επιθυμούσε πλέον σεξουαλικά τους άνδρες και η Δέλτα ενέδωσε σε ένα συνοικέσιο που της επιβλήθηκε
Μεγάλη ειρωνεία, το κοινό κίνητρο που της έκανε να θέσουν τέλος στη ζωή τους: την άνοιξη του 1941 η μεν Βιρτζίνια ανησυχούσε για την τύχη που επιφύλασσαν οι Γερμανοί ναζί στον εβραίο σύζυγό της, η δε Πηνελόπη που πέρα από τον ανεκπλήρωτο έρωτά της με τον Ίωνα Δραγούμη ζούσε έναν δια βίου έρωτα με την Ελλάδα, έπεσε σε κατάθλιψη με την εισβολή των Γερμανών στην Αθήνα. Με διαφορά λίγων εβδομάδων αυτοκτονούν, η Βιρτζίνια Γουλφ πνίγεται σε ένα ποτάμι κοντά στο σπίτι της (28 Μαρτίου 1941) ενώ η Πηνελόπη Δέλτα παίρνει δηλητήριο (27 ΑΠριλίου 1941). Βίοι παράλληλοι δύο προικισμένων γυναικών των αρχών του εικοστού αιώνα με ευαίσθητη ψυχοσύνθεση στα όρια της διαταραχής που έζησαν σε διαφορετικές γωνιές της Ευρώπης και δοκίμασαν τη χαρά της συγγραφικής αναγνώρισης όμως δεν απόλαυσαν την απλή χαρά της ύπαρξης.


ξεχειλίζει μάλιστα από αυτά, χωρίς να γίνεται μελοδραματικό ούτε κουραστικό. Με αφορμή έναν τραγικό θάνατο μιλάει για τον φόβο, που τον ονοματίζει και τρόμο μερικές φορές, για την αγάπη και για την σκληρότητα της πορείας προς την ωριμότητα και την ενηλικίωση. Μιλάει για γνώριμες παιδικές πληγές που φέρουμε οι περισσότεροι από εμάς εντός μας. Και όλα αυτά σε ένα σύμπαν μαγικού ρεαλισμού, με μια γραφή ποιητική, ελλειπτική, άλλοτε γλαφυρή και άλλοτε κοφτή, στακάτο, ανάλογα με το πως προστάζουν οι συνθήκες. Ο τρόπος της γραφής της ακολουθεί τη ροή των συναισθημάτων της και με συνεπήρε τη δεύτερη φορά επειδή δεν του αντιστάθηκα, αφέθηκα να ακούσω και τα δικά της συνασσθήματα και εκείνα που εξ αντανακλάσεως γεννιόντουσαν μέσα μου. Και εβδομάδες αργότερα, συνεχίζω να το φέρω μέσα μου.
Κλείνοντας το βιβλίο ένιωσα ένα κύμα ζέστης να πλημμυρίζει το στομάχι μου. Αλάθητο σημάδι ότι το βιβλίο είχε κάνει τη δουλειά του. Ψίθυροι αγοριών, της Βούλας Μάστορη. Ένα μυθιστόρημα – ή περίπου μυθιστόρημα – που κάνει βουτιά στο άδυτο των αγοριών εφήβων για να τους προσφέρει μύηση στην ανδρική φύση τους. Η Βούλα Μάστορη μιλάει για όλα τα σημαντικά με φυσικότητα και με μαγκιά, λέει «βρωμόλογα» χωρίς να κοκκινίζει και μου φαίνεται πως κοιτάει τα νεαρά αγόρια με ένα μείγμα θαυμασμού και μητρικής τρυφερότητας που είναι συγκινητικό – χωρίς να γίνεται καθόλου μελό. Και από την άλλη, επιτέλους μια συγγραφέας, μια μητέρα, μια γυναίκα που λέει ευθαρσώς και με ειλικρίνεια πόσο σημαντικό είναι το συναίσθημα και ο ερωτισμός στο ξεδίπλωμα της σεξουαλικότητας. Ένα βιβλίο που λέει ανοιχτά ότι τα κορίτσια ξεκινάνε το παιχνίδι και βάζουν τους κανόνες σαν πιο… ώριμες που είναι. «Πρώτα θα με αγγίξεις και μετά θα με δεις» του έλεγε, καθοδηγώντας το τυφλό χέρι του στα σημεία που ήθελε εκείνη. Δεν του έδειχνε τίποτε. Τον άφηνε να τα «βλέπει» δια της αφής.» Ένα βιβλίο που μπορεί να βοηθήσει και τα κορίτσια να δουν με μεγαλύτερη συμπάθεια τους συμμαθητές τους που παθαίνουν τις πιο ακατάλληλες στιγμές «αθέλητη έπαρση της σημαίας» όπως λέει με πολύ χιούμορ η Βούλα Μάστορη. Της βγάζω το καπέλο. Με χαμόγελο θυμήθηκα πως η ίδια έχει μεγαλώσει δύο γιους. Το βιβλίο το αγόρασα κι εγώ για να το δώσω στο γιο μου – όχι ακόμη που μόλις έκλεισε τα δώδεκα γιατί θα πάει στράφι – αλλά …σε ένα-δυο χρόνια ή όποτε τέλος πάντων το χρειαστεί! Το προμηθεύτηκα όταν τον είδα να ψάχνεται αν έχει τρίχες «εκεί κάτω» όπως του είχαν εκμυστηρευτεί πως έχουν κάποιοι συμμαθητές του κι έπαθα μια κρίση άγχους και πανικού. Πώς να μιλήσω εγώ, γυναίκα ούσα, μεγαλωμένη με του κόσμου τα κόμπλεξ και τις ενοχές σε ένα αγόρι που αρχίζει να πηγαίνει παραπέρα, σε έναν κόσμο γοητευτικό μα άγνωστο σε εμένα; Βλέπεις κι ο μπαμπάς του μένει στην άλλη άκρη της πόλης γιατί έτσι αποφασίσαμε εμείς οι μεγάλοι οπότε …φασκελοκουκούλωστα. Το βιβλίο είναι από αυτά που λειτουργούν σαν λυτρωτικό μπάνιο που ξεπλένει τις ενοχές μικρών και μεγαλύτερων για το φύλο τους, τη σεξουαλικότητά τους. Θα το κρατήσω κοντά στο μαξιλάρι μου, να μου δίνει θάρρητα μέχρι να του το χαρίσω.