Λο, Λόλα, Λολίτα

Και συνεχίζω με το καινούριο κοσκινάκι μου, τη λέσχη ανάγνωσης. Αυτόν τον μήνα, σειρά είχε η Λολίτα, η κλασσική πλέον Λολίτα του Ναμπόκοφ. Ο Ναμπόκοφ, λέει, περίεργος και φιλομαθής από τη φύση του, ήταν και εντομολόγος, μάλιστα είχε εργαστεί για ένα φεγγάρι ως λεπιδοπτερολόγος στο Μουσείο Συγκριτικής Ζωολογίας του Χάρβαρντ. Δανείζει το πάθος του για τα λεπιδόπτερα στον πρωταγωνιστή του βιβλίου, καθηγητή Χάμπερτ Χάμπερτ, ο οποίος συχνά παρομοιάζει τη Λολίτα του με μικρό λεπιδόπτερο. Μα και στο προηγούμενο βιβλίο με το οποίο καταπιαστήκαμε στη λέσχη μας, τον «Θεό των μικρών πραγμάτων», υπήρχε ο Παπάτσι, αυτοκρατορικός εντομολόγος και λεπιδοπτερολόγος στην Ινδία, ο οποίος έμεινε χολωμένος μια ζωή επειδή το λεπιδόπτερο που ανακάλυψε δεν πήρε ποτέ το όνομά του, όπως συνηθίζεται στην επιστημονική κοινότητα. Άραγε κάποιο νήμα από λεπιδότερα διατρέχει μυστικά τα βιβλία που επιλέγει για εμάς η κυρία Μάστορη; Η απορία μου πιστεύω ότι θα λυθεί με την ανάγνωση του επόμενου βιβλίου!Lolita

Στη Λολίτα μαθαίνω ότι «Τα λακάκκια στα μάγουλα προκαλούνται από την προσκόλληση του δέρματος σε βαθύτερους ιστούς». Η υπόθεση του μυθιστορήματος λίγο-πολύ γνωστή από τα περάσματά της στον κινηματογράφο και από την παραφιλολογία που υπάρχει γύρω από το θέμα. Μεσήλικας καθηγητής, σαραντάρης, (ω, ναι, αυτοί ήταν οι μεσήλικες στα fifties) ερωτεύεται παράφορα τη δωδεκάχρονη θετή του κόρη (μια που είχε πρόσφατα παντρευτεί τη χήρα μητέρα της  η οποία απεβίωσε σε κωμικοτραγικό δυστύχημα λίγους μόνο μήνες μετά από αυτόν το γάμο) και συνάπτει σεξουαλική σχέση μαζί της για τα επόμενα δύο χρόνια. Και όχι, δεν είναι ο πρώτος εραστής της νεαράς. Η σχέση τελειώνει αιφνιδίως όταν το δεκαπεντάχρονο πλέον νυμφίδιο το σκάει για να φτιάξει τη ζωή της με έναν άλλο μεσήλικα. Ο πρωταγωνιστής από το πάθος του καταλήγει στο φόνο ενός  υποτιθέμενου εραστή της μικρής του ερωμένης. Πορνογράφημα το χαρακτήρισαν όταν πρωτοεκδόθηκε πριν από εξήντα περίπου χρόνια. Για τη σεξουαλική πράξη μιλάει μόνο υπαινικτικά και συγκαλυμμένα όμως θαρρώ ότι η φαντασία μπορεί να προσθέσει τα κομμάτια που λείπουν στις περίτεχνες περιγραφές και να αναπλάσει τις δικές σκηνές λαγνείας. Σοκαρίστηκα όταν συνειδητοποίησα ότι η Λολίτα βρίσκεται στην ηλικία που έχουν οι συμμαθήτριες του γιου μου. Καλώς ή κακώς, όλες οι πληροφορίες πλέον φιλτράρονται μέσα από την ιδιότητά μου της μητέρας. Με τρομάζει η ιδέα μία δωδεκάχρονη να έχει εραστές, πόσο μάλλον να έχει την πρώτη σοβαρή της σχέση με έναν ενήλικα. Παιδοφιλία κάργα! Βέβαια το μυθιστόρημα είναι άκρως αμοραλιστικό, δεν κρίνει τα γεγονότα ούτε τους πρωταγωνιστές τους, δεν νουθετεί κανέναν παρά μόνον προσπαθεί να σαγηνεύσει τον αναγνώστη μέσα από τη γραφή του και το καταφέρνει γιατί γνωρίζει πολλά τερτίπια: η Λολίτα του είναι και ρομαντικό μυθιστόρημα μιας ολέθριας σχέσης, και αστυνομικό, και εξομολογητικό πεζογράφημα, και ταξιδιωτικό βιβλίο ενώ ταυτόχρονα παρωδεί όλα τα παραπάνω κλείνοντάς μας το μάτι. Δεν έχω δει ακόμα καμία από τις δύο ταινίες που έχουν γυριστεί με βάση το βιβλίο, πάντως εγώ φαντάζομαι ένα roadmovie με στάσεις στα αναρίθμητα εξοχικά πανδοχεία και μοτέλ, που παρελαύνουν στις σελίδες του, τα οποία, κατά τον Ναμπόκοφ είναι «ιδανικά μέρη για ύπνο, διαπληκτισμούς, συμφιλίωση, ακόρεστο παράνομο έρωτα».

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η Αρουντάτι κι εγώ

Πριν από ένα μήνα έκανα πραγματικότητα μια μκρή μου επιθυμία: έγινα μέλος μιας λέσχης ανάγνωσης (book club, αγγλιστί). Τελευταίως είχα παραμελήσει την ανάγκη μου για διάβασμα και είχα περιοριστεί κυρίως σε αναγνώσματα που είχαν σχέση με τη δουλειά μου. Η πειθαρχία του να ολοκληρώνεις ένα βιβλίο σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που απαιτείται σε μια τέτοια λέσχη, αναζωογόνησε τα ανακλαστικά μου ως αναγνώστριας.

Το πρώτο βιβλίο που επιλέχθηκε από την επαρκέστατη συντονίστριά μας, το όνομα της οποίας δεν πρόκειται να αποκαλύψω ακόμα, ήταν μια προσωπική πρόκληση για μένα: Ο θεός των μικρών πραγμάτων, της Ινδής Αρουντάτι Ρόι, βραβείο Booker το 1997. Και η πρόκληση έχει να κάνει με το γεγονός ότι ήταν ένα από τα (τρία;) βιβλία που έχω ξεκινήσει στη ζωή μου χωρίς να τα τελειώσω… Για την ακρίβεια το παράτησα στις πρώτες 20 σελίδες.  Αυτό συνέβη το 1997. Είχα βρει ζόρικο τότε, και το θέμα που πραγματευόταν και τον τρόπο γραφής που ήταν κάπως ελλειπτικός και μου ξεγλιστρούσε… Εξάλλου ο πόνος ήταν κάτι που ήθελα να αποφύγω, ακόμα και μέσα στα βιβλία. Κύλησε ο καιρός και ένα διαζύγιο και ένα παιδί αργότερα, το βιβλίο επανεμφανίζεται στο δρόμο μου. Αυτή τη φορά όμοως είμαι αποφασισμένη. Δεν χρειάστηκε όμως να προσπαθήσω πολύ. Από τη στιγμή που άφησα πίσω μου τις πρώτες γνώριμες σκηνές και προχώρησα παραπέρα, το βιβλίο μου παραδόθηκε άνευ όρων και του παραδόθηκα κι εγώ. Όπως δυο εραστές που δεν τα βρίσκουν στις πρώτη τους συνάντηση και όταν ξανασυναντιώνται μετά από χρονια ερωτεύονται παράφορα ο ένας τον άλλον…

Τι λέει όμως η Αρουντάτι;  Διηγείται το χρονικό του τραγικού και αναπάντεχου θανάτου ενός μικρού κοριτσιού σε μια κωμόπολη της Ινδίας στη δεκαετία του 1970. Ποιος άραγε ευθύνεται για το θάνατό της; Ακούμε την ιστορία μέσα από τη διήγηση των δύο διδύμων εξαδέλφων του μοιραίου κοριτσιού. Ο έρωτας ανάμεσα σε μια “Καθαρή” γυναίκα ανώτερης κάστας που μεγαλώνει μόνη τα παιδιά της επειδή ο άνδρας της τους έχει εγκαταλείψει και έναν “Άθικτο” άνδρα, κόντρα στις ταξικές διαφορές και τις δομές που ορίζουν οι κάστες, καθορίζει και στοιχειώνει την ιστορία μας.

Με κέρδισε επειδή μιλάει για δυνατά ανθρώπινα συναισθήματα, god_of_small_thingsξεχειλίζει μάλιστα από αυτά, χωρίς να γίνεται μελοδραματικό ούτε κουραστικό. Με αφορμή έναν τραγικό θάνατο μιλάει για τον φόβο, που τον ονοματίζει και τρόμο  μερικές φορές, για την αγάπη και για την σκληρότητα της πορείας προς την ωριμότητα και την ενηλικίωση. Μιλάει για γνώριμες παιδικές πληγές που φέρουμε οι περισσότεροι από εμάς εντός μας. Και όλα αυτά σε ένα σύμπαν μαγικού ρεαλισμού, με μια γραφή ποιητική, ελλειπτική, άλλοτε γλαφυρή και άλλοτε κοφτή, στακάτο, ανάλογα με το πως προστάζουν οι συνθήκες. Ο τρόπος της γραφής της ακολουθεί τη ροή των συναισθημάτων της  και με συνεπήρε τη δεύτερη φορά επειδή δεν του αντιστάθηκα, αφέθηκα να ακούσω και τα δικά της συνασσθήματα και εκείνα που εξ αντανακλάσεως γεννιόντουσαν μέσα μου. Και εβδομάδες αργότερα, συνεχίζω να το φέρω μέσα μου.

“Μα τη φορά αυτή δεν κρατήθηκε. Δεν του είπε λέξη. Όχι, μέχρι που τον κυρίεψε ο Τρόμος. Όχι ωσότου είδε, τη μια νύχτα μετά την άλλη τη μικρή βάρκα με τα κουπιά να περνάει το ποτάμι. Όχι ώσπου την είδε να ξαναφεύγει την αυγή.

Όχι μέχρις ότου δει τι είχε αγγίξει ο Άθικτος γιος του. Και δεν είχε αγγίξει απλώς.

Είχε μπει μέσα.

Είχε αγαπήσει.”

Συνεχίστε την ανάγνωση