Ζούσε σε ένα δυάρι του πρώτου ορόφου μιας πολυκατοικίας του ’60, απέναντι από το γήπεδο του Παναθηναϊκού στην Αλεξάνδρας.
Κάθε πρωί ξυπνούσε στις επτά ακριβώς χωρίς ξυπνητήρι, άνοιγε τα στόρια στα παράθυρα και αφού τελείωνε τα απαραίτητα με την τουαλέτα έψηνε έναν ελληνικό καφέ στο καινούριο καμινέτο με την αυτόματη ανάφλεξη, μέσα στο μπρίκι που είχε κληρονομήσει από τη μάνα της. Καθόταν πλάι στην μπαλκονόπρτα του σαλονιού, σε μια παλιά μπαμπού πολυθρόνα με ξεθωριασμένο μαξιλάρι, ρουφούσε τον καφέ της και χάζευε τα αυτοκίνητα και τον κόσμο στον δρόμο που ξεκινούσε τη μέρα του.
Εκείνο το πρωί ξύπνησε λίγο νωρίτερα. Ο ουρανός δεν είχε καλοξημερώσει ακόμα. Πήγε να ανοίξει το στόρι του σαλονιού και μόλις το σήκωσε ολόκληρο αντίκρυσε δυο καθαρά πράσινα μάτια που την κοιτούσαν εξεταστικά. Ήταν μια κάτασπρη γάτα με αρκούντως φουντωτή ουρά, μικρά χαριτωμένα αφτιά και, το πιο περίεργο απ’ όλα, κρατούσε στο στόμα ένα μικρό πλακέ αντικείμενο.

Στάθηκαν για μερικά δευτερόλεπτα ακίνητες, η μια απέναντι στην άλλη. Μετά η γυναίκα άνοιξε το τζάμι της μπαλκονόπορτας με μια μαλακή κίνηση. Η άσπρη γάτα ένα δυο τρία προσεκτικά βηματάκια, προχώρησε μέσα στο διαμέρισμα και απίθωσε μπροστά στα πόδια της γυναίκας το πραγματάκι που κουβαλούσε. Η γυναίκα έσκυψε και το πήρε στα χέρια της με μια αργή, προσεκτική κίνηση. Ήταν ένα πάνινο παιδικό πορτοφόλι κεντημένο με χάντρες, είχε κι εκείνη ένα όταν ήταν παιδί. Άνοιξε το φερμουάρ και βρήκε μέσα ένα ευρώ. “Βρε, λες να είσαι γούρικη;” Σε απάντηση, το άσπρο γατί της τρίφτηκε στη γάμπα κάνοντας την ουρά της ένα ολοστρόγγυλο ο. Μόλις είχε πληρώσει το πρώτο της γεύμα.