Το τελευταίο ταξίδι στο Ναύπλιο

Τον Απρίλιο που μας πέρασε έκανα ένα ακόμα πέρασμα από το αγαπημένο Ναύπλιο, τη γενέθλια πόλη της πατρική μου γιαγιάς. Μόνο που αυτό το ταξίδι ήταν διαφορετικό από τα προηγούμενα. Αυτό ήταν ένα ταξίδι αποχαιρετισμού. Ο τελευταίος άνθρωπος που με συνέδεε με αυτήν την πόλη, η θεία Γιαννούλα έπαθε βαρύ εγκεφαλικό και το ένστικτο και η λογική μου συμφωνούσαν ότι αυτή θα ήταν πιθανότατα η τελευταία φορά που θα την έβλεπα ζωντανή. Ξεκινώντας από την Αθήνα με συνόδευαν ανάμεικτα συναισθήματα, επιθυμίας και φόβου για το εγχείρημά μου.

sandals

Η τύχη μου πρόσφερε μια ολόλαμπρη ανοιξιάτικη ημέρα για το ταξίδι. Ξεκίνησα νωρίς και εννιά η ώρα το πρωί βρισκόμουν ήδη στο Ναύπλιο. Ήμουν προετοιμασμένη για τα χειρότερα. Η ηλικιωμένη με τη λευκή νυχτικιά  που αντίκρισα στο κρεβάτι δεν είχε βεβαίως καμία σχέση με τη ζωηρή, θαλερή θεία των 89 καλοκαιριών που είχα επισκεφθεί πέρυσι. Εμπρός μου είχα ένα πολύ φιλικό φάντασμα, με χέρια και πόδια αδύνατα σαν σπουργιτιού. Μόνο τα μάτια θυμίζανε κάτι από τον παλιό της εαυτό τις στιγμές που είχε επαφή με την πραγματικότητα. Με τα μάτια κυρίως μιλήσαμε όση ώρα ήμουν εκεί συν λίγες σκόρπιες κουβέντες που με δυσκολία άρθρωνε. Της κράτησα το χέρι και της είπα τα νέα τα δικά μου, του παιδιού μου, της υπόλοιπης οικογένειας. Τα καλά νέα. Τα υπόλοιπα τα κράτησα για άλλους. Με τη βοήθεια μιας δικής της συγγένισσας που τη φρόντιζε είδαμε παρέα ένα κουτί με παλιές φωτογραφίες. Μου έδειχνε με το δάχτυλο χαμογελώντας τον εαυτό της νέο, τον μπαμπά μου, τη γιαγιά μου και τα αδέλφια της σε άλλες εποχές, τον προπάππο και την προγιαγιά μου. Έμεινα εκεί μέχρι που βυθίστηκε σε ύπνο-λήθαργο.

mitsos_ntina
Ο αδερφός της γιαγιάς και η γυναίκα του

Όταν εγκατέλειψα το σκιερό διαμέρισμα και βγήκα έξω στο φως ένιωθα να έχω βαρύνει σαν σφουγγάρι που το έχεις μόλις βυθίσει στο νερό. Είχα ανάγκη κάποιος να με στύψει, να βγει όλο το νερό από μέσα μου. Έκλαψα χωρίς προσπάθεια για αρκετή ώρα, για τη θεία Γιαννούλα, για μένα, για όλες τις μικρές και μεγάλες μου απώλειες, για το παρελθόν που χανόταν δια παντός. Κι έπειτα αφέθηκα με όλες μου τις αισθήσεις στον ήλιο που χάριζε γενναιόδωρα κύματα φωτός και ζεστασιάς εκείνη την ημέρα. Ο ήλιος είναι γιατρικό. Το περπάτημα και η καλή παρέα επίσης. Είχα και τα τρία. Αφιέρωσα λοιπόν την υπόλοιπη ημέρα μου σε ένα ευδαιμονικό περπάτημα στην πόλη που αγαπώ.

Περιπλανήθηκα χωρίς σκοπό στα στενά της παλιάς πόλης  με ένα παγωτό χωνάκι στο χέρι από τον Ιταλό με την ξακουστή τζελατέρια. Κάποια στιγμή τα βήματα μου με έφεραν σε ένα σανδαλοποιείο. Αλήθεια, ξέρατε ότι ο Ναυπλιώτης προπάππος μου ήταν σανδαλοποιός; Η γιαγιά μου είχε διηγηθεί ότι στο ισόγειο του δίπατου σπιτιού τους ο πατέρας της είχε οικοτεχνία που έφτιαχνε σανδάλια, παντόφλες και παπούτσια καθημερινής χρήσης με τα οποία προμήθευε τα γύρω χωριά. Πέθανε όμως νωρίς, ήρθε και πόλεμος και χάθηκε η δουλειά. Όπως και να έχει εγώ αγόρασα ένα ζευγάρι σανδάλια από τον νέο σανδαλοποιό και έκανα ένα νοερό μνημόσυνο στον μακρινό παππού που δεν γνώρισα. Αποδείχθηκαν εξαιρετικά άνετα και δεν τα έβγαλα από τα πόδια μου ολόκληρο το καλοκαίρι. Ελπίζω να με συντροφεύσουν πολλά καλοκαίρια ακόμα.

Πήρα μεσημεριανό ουζάκι με μεζέ στην πλατεία Συντάγματος που με έστειλε κατευθείαν για σιέστα. Το απόγευμα περπάτησα το λιμάνι και μετά χώθηκα στο χειμωνιάτικο σινεμά του Ναυπλίου με την τεράστια ξύλινη επικλινή οροφή που υψώνεται προστατευτικά από πάνω δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα μεγάλο, ζεστό αχυρώνα. Παρακολούθησα μια κωμωδία- βάλσαμο και μετά …όνειρα γλυκά. Το επόμενο πρωί, πριν φύγω από την πόλη, το αφιέρωσα στο γύρο της Αρβανιτιάς, κλασσικό αγαπημένο της θείας Γιαννούλας. Αυτή τη φορά όμως έκανα έναν νεωτερισμό, ανέβηκα μέχρι το παλιό Ξενία – νυν Nafplia Palace και ρούφηξα τη ζωγραφιστή θέα στο Μπούρτζι συν ένα ποτήρι κρασί, στη βεράντα με τα φερ-φορζέ του ‘70.

mpourtzi_2

Είχε πολύ φως αυτή η εικοσιτετράωρη περιήγηση στο Ναύπλιο. Αρκετό για να διαλύσει το φόβο και το σκοτάδι του θανάτου που παραμόνευε στο πίσω μέρος του μυαλού μου στη διάρκεια του ταξιδιού. Αρκετό για να συνεχίσω να ελίσσομαι ανάμεσα στις απαιτήσεις και τις μικρές στενοχώριες της καθημερινότητας.

Η θεία Γιαννούλα δεν ζει πια εδώ, ανάμεσά μας, δυο ώρες δρόμο από την Αθήνα. Η θεία Γιαννούλα πέθανε προς το τέλος του Οκτωβρίου. Την ημέρα της γιορτής μου, 8 Νοεμβρίου, πήρα πολλά τηλεφωνήματα από φίλους με πολλή αγάπη και τους είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Όμως μου έλειψε το δικό της τηλεφώνημα. Πρωινό-πρωινό, ήταν το πρώτο της ημέρας. Με τη στεντόρεια φωνή της, μεγεθυμένη, λόγω της χρήσης ακουστικού βαρηκοΐας. Ήταν βαρήκοη εδώ και 30 χρόνια αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να σφύζει από ζωντάνια, να περπατάει όλο το Ναύπλιο με τα πόδια, να συμμετέχει σε παρέες και γιορτές, να φτιάχνει γλυκά για τους άλλους – η ίδια δεν έτρωγε λόγω του διαβήτη που είχε από νέα – να σηκώνει τα μανίκια για να βοηθήσει όσους είχαν την ανάγκη της, να επισκέπτεται με το ΚΤΕΛ τις φιλενάδες της σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Με πόνεσε που δεν ήρθε αυτό το τηλεφώνημα. Με έκανε να συνειδητοποιήσω την αμετάκλητη απώλεια της θείας μου και της παιδικής μου ηλικίας. Με πονάει που όσο μεγαλώνουμε η ζωή φτωχαίνει από αυτούς που αγαπάμε – μεγάλη κοινοτοπία που αποδεικνύεται οδυνηρά αληθινή μετά τα σαράντα. Είναι ωστόσο μια υπενθύμιση για να ανοίξω πιο γενναιόδωρα την αγκαλιά μου στους ζωντανούς που με περιβάλλουν, να τους κανακέψω περισσότερο. Μήπως να ανοίξω λιγάκι παραπάνω για να χωρέσουν και τίποτα καινούριοι; Αν είναι καλοί, σίγουρα χωράνε.

Σημείωση για τον αναγνώστη που δεν βαρέθηκε να φτάσει μέχρι εδώ: η αγαπημένη μου θεία Γιαννούλα δεν ήταν βιολογική μου θεία. Υιοθετήθηκε από τον αδελφό της γιαγιάς μου και τη γυναίκα του επειδή οι ίδιοι δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδιά.

Save

Συνεχίστε την ανάγνωση

Φθινοπωρινό φύλλο

Χτες κάποιος που αγαπώ μου έκανε δώρο ένα κομμάτι “πραγματικό φθινόπωρο”. Ένα μεγάλο κόκκινο φύλλο από κάποια αλέα της βόρειας Ευρώπης ταξίδεψε μέσα σε μία βαλίτσα και ήρθε να με βρει. ‘Ηταν ακόμα λιγάκι νωπό, διατηρούσε τους χυμούς του κι έτσι δεν τσάκισε, δεν έσπασε στο μεγάλο του ταξίδι. Το έπιασα στα χέρια μου και το χάιδεψα σα μωράκι που μόλις επέστρεψε φρέσκο από τον ύπνο. Από τότε που ήρθε, άρχισα κι εγώ να προσέχω τα φύλλα των κισσών στη μεσογειακή μας πόλη που άρχισαν δειλά-δειλά να κοκκινίζουν και να χρυσίζουν. Όμως αυτό το κόκκινο φύλλο μου ψιθύρισε μυστικά από αλλοτινά φθινόπωρα. Αυτό το κόκκινο φύλλο ήταν έκπληξη και έκρηξη χαράς.

autumn_swiss

Συνεχίστε την ανάγνωση

Πώς να κάνετε κομπλιμέντα σε μια γυναίκα

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν ο γιος μου ήταν τριών είχαμε εκδράμει στης γειτονιάς το κοντινό παρκάκι για την καθιερωμένη μας βόλτα. Το παιδί μου δεν είχε ακόμη εμπεδώσει τον μηχανισμό “κουνάω τα πόδια μου μπρος-πίσω και κάνω την κούνια να πάει ψηλά”. Έτσι στεκόμουν πίσω του όπως κάνουν οι μανάδες χιλιάδες χρόνια τώρα πίσω από κάθε λογής αιώρες και τον έσπρωχνα μαλακά με τις παλάμες για να φεύγει μπροστά. Ο διπλανός …συνάδελφος όμως ήταν μεγαλύτερος (τον έκοβα για πέντε-έξι χρονών) και κουνιόταν μόνος του, και φυσικά ψηλότερα. Κάποια στιγμή λοιπόν ο πεντάχρονος νεαρός με κοίταξε βλοσυρά και μετά γύρισε στον γιο μου και του δήλωσε: Δεν πας ψηλά. Να πεις στην αδελφή σου να σε σπρώχνει πιο δυνατά.

Για να ακούν οι μικροί και να μαθαίνουν οι μεγαλύτεροι άντρες. Με αγάπη από την προσωπική μου γυάλα των αναμνήσεων.

 

kounies

Save

Save

Save

Save

Συνεχίστε την ανάγνωση

Μια Κυριακή στο δρόμο

Χτες το απόγευμα βγήκα στο δρόμο για ένα τρεξιματάκι. Σε αυτό το σημείο όσοι γνωρίζουν τις συνήθειές μου φαντάζομαι ότι αυτομάτως μειδιούν ή απλώς ξεκαρδίζονται.

runner

Ναι λοιπόν, εδώ και ένα μήνα περίπου κάνω ένα καθημερινό oλιγόλεπτo τρέξιμο, γύρω στα 800 μέτρα. Τρίχες θα μου πείτε. Όμως  αυτές οι τρίχες αθροιζόμενες για 40μέρες έχουν φέρει μερικές μικρές αλλαγές με πιο σημαντική την αλλαγή στην αναπνοή μου. Αναπνέω πιο βαθιά και λαχανιάζω πλέον αισθητά πιο δύσκολα. Τρέχω αμέσως μετά το πρωινό μου τσάι οπότε είναι η πρώτη δραστηριότητα της ημέρας.

Χτες Κυριακή, τεμπέλιασα και το παρέλειψα (το τρέξιμο, όχι το τσάι). Όμως το απόγευμα όταν ο ήλιος είχε πια κατέβει αισθητά και το φως ήταν γλυκύτατο, καθαρά φθινοπωρινό, έδεσα τα κορδόνια μου και βγήκα έξω να επανορθώσω. Ευτυχώς δηλαδή γιατί αλλιώς θα έχανα ΤΟ συναπάντημα. Το συναπάντημα με ένα κομμάτι ροζ ηλιοβασιλέματος που είχε πέσει ουρανοκατέβατο και γυάλιζε αναιδώς πάνω στην άσφαλτο. Το τελευταίο δώρο της ημέρας από τον ήλιο.

Να τέτοια τυχερά έχουν οι συστηματικοί δρομείς, σοβαροί και μη. Μια φέτα ηλιοβασίλεμα εδώ, μια γάτα που κάνει νάζια λίγο παραπέρα, ένας ευγενής οδηγός που σου δίνει με χαμόγελο προτεραιότητα (σε σένα τον πεζό) και βγαίνει καλύτερα η εβδομάδα. Δεν έχω διάθεση ωραιοποίησης. Όταν γυρίζεις σπίτι μπορεί να σε περιμένουν στοίβες άπλυτα ρούχα, ένα μισοτελειωμένο πρότζεκτ-σπαζοκεφαλιά για τη δουλειά που πρέπει να παραδοθεί εντός 24ωρου, ένας ηλικιωμένος γονιός με άνοια, τα πάντα όλα. Όμως εκεί έξω παίρνεις κάτι πολύτιμο. Και δεν είναι απαραίτητο να τρέχεις. Μπορείς απλώς να περπατάς, να συνοδεύεις το σκύλο σου ή το παιδί σου στην καθημερινή του ρουτίνα. Η ζωή είναι εκεί έξω, στο δρόμο. Εκεί φυσάει ιδέες, καπνό, έρωτα.

Υ.Γ. Αυτή η ανάρτηση γράφτηκε την προηγούμενη Κυριακή αλλά λόγω ξαφνικής ασθένειας όλης της οικογένειας έμενε στο… μούσκιο.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Τέλος καλοκαιριού

Πόσοι ηλικιωμένοι χωράνε σε ένα παγκάκι; Μέσα απ΄τα τζάμια του αυτοκινήτου μου μέτρησα πέντε. Οι τελευταίες αχτίδες της ημέρας έκαναν τα αραιά, γκρίζα μαλλιά και τα τριμμένα σακάκια να γυαλίζουν. Λεπτομέρεια: το παγκάκι κοιτούσε τη θάλασσα.

old_people_sitting_bench

Save

Save

Συνεχίστε την ανάγνωση

Με αφορμή τα γενέθλια

Λίγες μέρες πριν από τα γενέθλια του υιού έπεσα πάνω σε αυτό το όμορφο animation από την Ταϊβάν για την ενηλικίωση και όσο να ‘ναι κάτι χορδές μέσα μου τρίξανε. Ανήμερα των γενεθλίων του, σηκώθηκα το πρωί από το κρεβάτι νωρίτερα από το συνηθισμένο για να φτιάξω το καθιερωμένο πλέον γλύκισμα των γενεθλίων που χρησιμεύει και ως πρωινό: χαλβά σιμιγδαλένιο, αυτό αγαπάει ο εορτάζων.

光之塔 The Lighthouse from Mango Chi on Vimeo.

Και άρχισε η μέρα με εμένα ως άλλη Πυθία να παίρνω εισπνοές πάνω από μια ζεστή κατσαρόλα με γλυκούς ατμούς και ευωδιαστά ξυλαράκια κανέλας. Μόνο που αυτή τη φορά δεν υπολόγισα σωστά το χρόνο και καθώς πλησίαζε επικίνδυνα η ώρα της αναχώρησης για το σχολείο έμπηξα βιαστικά τα κεράκια του διψήφιου αριθμού μέσα στην καυτή σιμιγδαλένια μάζα, τα άναψα και φώτισαν τα μάτια του και μου χάρισε ένα από τα σπάνια πρωινά χαμόγελα αφού τις υπόλοιπες μέρες ρε μάνα νυστάζει και είναι μουρτζούφλης αλλά όχι σήμερα και μετά που έφυγε για το σχολείο έμεινα να κοίταζα τα δυο σβηστά κερένια νούμερα, 1 και 5 για φέτος, τρία χρόνια μείνανε για να αυτοανακηρυχθεί ενήλικας σκέφτηκα.

15_years

Και έχει αρχίσει να μεγαλώνει επικίνδυνα το βαρκάκι του παιδιού που δεν είναι πια παιδί αλλά έφηβος, παρά τρία χρόνια ενήλικος. Και όλο πλησιάζει η μέρα που αντί για βαρκούλα θα φανεί το υπερωκεάνιο που θα τον πάρει σε άλλη γη, σε άλλο μέρος, σε άλλη αγκαλιά, σε “άλλα” γενικώς. Σε εκείνα τα άλλα που εγώ θα είμαι απλώς επισκέπτρια. Έμεινα να γλύφω δυο γαλάζιους κόμπους παραφίνης, τα δυο κερένια ποδαράκια του 1 και του 5 που λιώσανε και απέκτησαν δική τους ζωή μέσα στο χαλβά, ενθύμιο της πρωινής μου βιάσης και με τη μυρωδιά των σβησμένων κεριών να μου γαργαλάει τα ρουθούνια.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ζευγάρι

Τι ικανοποίηση να βρίσκεις στην μπουγάδα μια κάλτσα σου αγαπημένη που την είχες χάσει από καιρό! Το ταίρι της περίμενε υπομονετικά στο συρτάρι γιατί είχες μια βεβαιότητα ότι θα ξαναντάμωναν οι δυο τους. Η στιγμή της επανένωσης σου δίνει ένα χαμόγελο, μια λάμψη θριάμβου, θαρρείς και έβαλες σε τάξη όλα τα κακώς κείμενα της ζωής σου. Θαρρείς και τη στιγμή που οι δυο τους γίνανε ένα η μια μέσα στο λάστιχο της άλλης πήρες διαβατήριο για μια καλύτερη ζωή με μεγαλύτερες δυνατότητες και ευκαιρίες.

socks

Ήταν απ’ αυτές με τα αγαπημένα σου σχέδια, μαύρες με μικροσκοπικά άσπρα πικουδάκια. Παιχνιδιάρικη αλλά κομψή, κατάλληλη και για χουχούλιασμα στο κρεβάτι και για επαγγελματικό ραντεβού. Ευκαιρία για απόδοση τιμών σε όλες εκείνες τις κάλτσες που δεν βρέθηκαν ποτέ, που έπεσαν στο μπαλκόνι των αποκάτω, που τις πάτησαν τα αυτοκίνητα στην πυλωτή, που τις πήρε ο αέρας γιατί τις ξέχασες χωρίς μανταλάκια στην απλώστρα. Το μαλακτικό με άρωμα χιλίων ελληνικών νησιών ή χιλίων εξωτικών λουλουδιών – δεν θυμάσαι τι αγόρασες σε προσφορά την τελευταία φορά – δίνει τον τόνο στη σκηνή. Φέρνεις στα ρουθούνια σου το νεοσχηματισθέν ζευγάρι, παίρνεις βαθιά εισπνοή, ευχαριστιέσαι, και το επανατοποθετείς στο συρτάρι για μελλοντική χρήση μια μέρα με ιδιαίτερη διάθεση. Ίσως την αυριανή.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Αγιοδημητριάτικο

Του Αγίου Δημητρίου γιόρταζε ο παππούς μου ο Μήτσος, γηγενής της πλατείας Αττικής. Τον γιορτάζαμε ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, λόγω κλειστών σχολείων και γραφείων, στο σπίτι που έζησε μια ζωή, μια μονοκατοικία κοντά στον Άγιο Νικόλαο, σε ένα δρομάκι που ήταν λέει χωμάτινο μέχρι το ’70. Το εορταστικό κλίμα περιελάμβανε φιλιά και ευχές, κατσικάκι με πατάτες στο φούρνο συνοδεία γαργαλιστικής ευωδιάς, χρυσάνθεμα στο βάζο της σάλας και το κέρασμα ήτανε μάλλον μπακλαβάς αλλά δεν καλοθυμάμαι κιόλας γιατί ήμουν περίεργο παιδί πριν τα δώδεκα και δεν μου πολυαρέσανε τα γλυκά. Και βέβαια μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό βλέπαμε στη μεγάλη ασπρόμαυρη οθόνη εικόνες από την παρέλαση της σημαιοστολισμένης και συνήθως βρεμένης Θεσσαλονίκης.

agiodimitriatiko_2

Η Θεσσαλονίκη που γνώριζα εγώ καλύτερα ήταν εκείνη που έβλεπα τέλος Αυγούστου όταν γύριζα από τις διακοπές στον άλλο μου παππού στη βόρεια Ελλάδα και κάναμε στάση στην πρωτεύουσα του βορρά για να επισκεφθούμε τους σαλονικιούς θείους. Τότε που οι κεντρικές βιτρίνες της πόλης ήταν γεμάτες μπλε ποδιές Λάουρα και Τσεκλένης, με άσπρα γιακαδάκια, τριζάτες και λαμπερές από την καινουργίλα – το αντικείμενο του πόθου μου που δεν φόρεσα ποτέ, μια που στο σχολείο που φοιτούσα, ήταν υποχρεωτική μια ξενέρωτη στολή, γκρίζα φούστα – γκρίζο πουλόβερ, χειμώνα – καλοκαίρι. Η ποδιά με παρέπεμπε σε κορίτσια με μέση δαχτυλίδι, στα ερωτιάρικα νιαουρίσματα της Αλίκης στη μικρή οθόνη. Είχε αίγλη και θηλυκότητα στα μάτια της εφτάχρονης, οχτάχρονης, εννιάχρονης που υπήρξα. Μετά αλλάξανε οι νόμοι και οι καιροί και φύγανε οι ποδιές και από τις τάξεις και από τις βιτρίνες. Κρατιέμαι να μη γελάσω όταν σκέφτομαι πόσο τις μισήσανε αντίστοιχα οι περισσότερες συνομήλικές μου.

Χρόνια μετά, ο παππούς έχει πια πεθάνει, η μονοκατοικία στον Άγιο Νικόλαο δεν υπάρχει πια και οι ποδιές είναι μουσειακό είδος, έτυχε να βρεθώ στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν τη μεγάλη γιορτή της. Το κρύο τσιμπούσε ευχάριστα και η μεγάλη προμενάδα στο λιμάνι σε καλούσε να δοκιμάσεις τις δυνάμεις σου στο περπάτημα κάτω από μια ατελείωτη σειρά κόκκινα φωτάκια – μην πάει ο νους σας στο κακό, πρόκειται για σύγχρονο βιομηχανικό ντιζάιν… Επίσκεψη στον παππού το Μήτσο δεν μπορώ να πάω πια αλλά έχω μια φίλη καρδιακή της οποίας τα γενέθλια γιορτάζουμε κάθε χρόνο την επομένη του Αι Δημήτρη με όλες τις τιμές. Και σήμερα φυτεύω καινούρια χρυσάνθεμα στο μπαλκόνι μου. Κρατήστε τις μνήμες σας ζωντανές και τα πάθη σβηστά – τα πάθη είπα, όχι το πάθος. Γίνεται! Χρόνια πολλά Ελλάδα!

Συνεχίστε την ανάγνωση

Σου είπα για το ούπο;

Ήταν μία μέρα που είχε σκοτεινιάσει κι έκανε κρύο μέσα μου. Ευτυχώς για μένα όμως έξω είχε λιακάδα από τις καλές κι έτσι πήρα τα πόδια μου και βγήκα. Και ως γνωστόν ο ήλιος προσφέρει ενέργεια και ζεστασιά και στους πιο μουρτζούφληδες της γης. Το χάδι στο πρόσωπο από τη θαλπωρή του φωτεινού δίσκου είναι αρκετό για να κάνει τις γωνιές του στόματος να ανασηκωθούν έστω και λίγο έστω, και για λίγο σε αυτό που εμείς τα ανώτερα θηλαστικά ονομάζουμε χαμόγελο. Και όσο συνεχίζεις να περπατάς τόσο ζεσταίνεται και το υπόλοιπο σώμα. Αισθάνεσαι τη ζεστασιά του να διατρέχει τους ώμους, την πλάτη, να τυλίγει ευεργετικά την καμπύλη της μέσης και των γοφών, να αγκαλιάζει την κοιλιά και το στομάχι. Και οι μύες ξεσφίγγουν, χαλαρώνουν από την ένταση που τους έχεις επιβάλλει και απλώνονται στο χώρο που δικαιούνται. Κι έπειτα αρχίζεις να βλέπεις καλύτερα και ανακαλύπτεις ξανά τα χρώματα γύρω σου. upo Κι όπως περπατούσα σε άγνωστη γειτονιά, ξεφύτρωσε μπροστά μου ένα μαγαζάκι, διασταύρωση μινιμάρκετ και παλαιού παντοπωλείου που είχε στο πεζοδρόμιο πέντε καφασάκια όλα κι όλα με είδη μαναβικής. Τα περισσότερα ήταν εξωτικά όπως και ο συμπαθής ιδιοκτήτης που λαθροκοίταξα πίσω από την τζαμαρία. Το φως έπεφτε όμορφα πάνω στους καρπούς της γης και ένιωσα την επιθυμία να τους αποθανατίσω με τη φωτογραφική μου. Επειδή ντράπηκα να φωτογραφήσω χωρίς να ‘χω αλλάξει δυο κουβέντες πρώτα διάλεξα ένα άγνωστο αγγουρόσχημο λαχανικό με σκοπό να το αγοράσω και κατευθύνθηκα προς τον ιδιοκτήτη ρωτώντας τον τι είναι τούτο το θαυμαστό πράγμα. Μου απάντησε ότι είναι ένα ούπο (upo στο google). Το φέρνουν από την Ινδία και το Πακιστάν, και μπορείς να το φας σοταρισμένο. Και στις μεγάλες ζέστες μπορείς λέει να κόψεις χοντρές φλούδες και να κάνεις με αυτό μασάζ στις ταλαιπωρημένες γάμπες σου για δροσιά και ξεκούραση! Χαμογέλασα, πλήρωσα, φωτογράφισα και έφυγα. Α, και μη με ρωτήσετε τι γεύση είχε το ούπο γιατί δεν το δοκίμασα ποτέ! Ετοιμαζόμουν να ταξιδέψω εκείνες τις μέρες και δεν πρόλαβα να το μαγειρέψω. Έτσι το χάρισα σε κάποιους φίλους κι έκτοτε αγνοείται η τύχη του.

Συνεχίστε την ανάγνωση