Είμαι βέβαιη ότι οι περισσότεροι από εσάς τώρα κόβετε λουλούδια στους αγρούς ή ρίχνετε βοτσαλάκια στη θάλασσα. Όμως την Τρίτη τέρμα το πασχαλινό πενθήμερο, θα πάρετε τον δρόμο του γυρισμού προς την πόλη. Και τότε θα είστε λιγότερο ενθουσιώδεις και περισσότερο κουρασμένοι απ’ όσο ξεκινήσατε. Γι’ αυτό εσείς οι οδηγοί (σημείωση: κι εγώ οδηγός είμαι) να είστε διπλά και τρίδιπλα προσεχτικοί στον δρόμο.
Βάλτε τα παιδιά στα ειδικά καθισματάκια – δεν πειράζει, ας σκούζουν. Φορέστε κράνη οι των δικύκλων, ζώνες ασφαλείας οι των τετράτροχων, ιδιαίτερα αυτοί των πίσω καθισμάτων οι οποίοι λέει έχουν 7 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να «βγουν» από το μπαρμπρίζ σε περίπτωση σύγκρουσης. Δεν τα λέω εγώ, τα είπε ο ραλίστας-θρύλος της δεκαετίας του ‘70 και του ’80 Ιαβέρης (κατά κόσμο Τάσος Μαρκουΐζος) σε μια εκδήλωση πληροφόρησης των μαθητών γυμνασίου και λυκείου για την οδική ασφάλεια στα εκπαιδευτήρια Ο Πλάτων.
Καυστικός και γλαφυρός μαζί δήλωσε ότι η άδεια οδήγησης του αυτοκινήτου είναι άδεια οπλοφορίας και το αυτοκίνητο μετατρέπεται σε όπλο μόλις το «βλήμα» μπει μέσα.
Επισήμανε ότι η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη (βλέπε κόκκινο φανάρι) δεν αποτελεί αιτία θανάτου αλλά σύμπτωμα της απύθμενης ανθρώπινης βλακείας. Της ηλιθιότητας που ορίζει ότι μεγαλύτερη σημασία έχει να φτάσεις δυο λεπτά νωρίτερα στον προορισμό σου από το να φτάσεις αρτιμελής, εσύ και όσοι απαντήσεις στο διάβα σου.
Και μέχρι να θεραπευτεί η ανθρώπινη βλακεία εκείνος θα παίρνει σβάρνα τα σχολεία να μιλάει σε παιδιά και εφήβους. Να θυμίζει στους θερμόαιμους 16ρηδες ότι το κράνος δεν είναι μόνο για να αποτρέψει τα μυαλά να χυθούν στην άσφαλτο την κακιά την ώρα αλλά και για να επιτρέπει στον οδηγό κάθε ώρα και στιγμή να οδηγεί με ασφάλεια και μεγαλύτερη ταχύτητα (!) κόντρα στο βουητό του αέρα, το κεντρί της μέλισσας, το πετραδάκι που θα εκτοξευτεί από το ελαστικό του προπορευόμενου οχήματος. Να θυμίζει και στους γονείς ότι δεν ξαμολάμε τα παιδιά μας να αλωνίζουν λυτά ανάμεσα στα καθίσματα του αυτοκινήτου αλλά τα δένουμε στο ειδικό καθισματάκι. Ότι δεν ασχολούμαστε με το κινητό, τον φραπέ ή το τσιγάρο μας ως οδηγοί γιατί διασπάται η προσοχή. Ούτε βγαίνουμε στο αντίθετο ρεύμα στους στενούς ελληνικούς επαρχιακούς δρόμους προκειμένου να προσπεράσουμε με ανύπαρκτο ουσιαστικά κέρδος χρόνου γιατί μπορεί να δούμε τον χάρο με τα μάτια μας.
Πάνω απ’ όλα μου έμεινε η προτροπή του Ιαβέρη να θυμίζουμε κάθε φορά στον εαυτό μας πόσο μοναδικοί, αναντικατάστατοι, λατρεμένοι και ανεκτίμητοι είμαστε για τα παιδιά μας, τους γονείς μας και τους άλλους που μας αγαπούν πριν εφαρμόσουμε τη ζώνη ασφαλείας και πιάσουμε νηφάλιοι το τιμόνι. Εσένα πόσες αγκαλιές σε περιμένουν όταν γυρίσεις απόψε ΖΩΝΤΑΝΟΣ στο σπίτι;
Ο γιος μου είναι δρομέας, αθλητής του στίβου κι έτσι συχνά – πυκνά τον συνοδεύω σε αθλητικές διοργανώσεις. Κάθε φορά κι ένα νέο γήπεδο, στάδιο, αθλητική εγκατάσταση μικρότερου ή μεγαλύτερου μεγέθους. Πρώτα η αγωνία να μη χαθώ σε άγνωστες γειτονιές (αίσθημα προσανατολισμού μηδέν) και μετά ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης νέων αστικών ή εξοχικών τοπίων.
Αυτή τη φορά ήταν η σειρά της Νέας Ιωνίας. Πάρε τον ηλεκτρικό στη Νέα Ιωνία, έχω αγωνία λέει ο Μητσιάς – εγώ έφτασα με αγωνία καβάλα σστο ΙΧ μου αλλά τζάμπα η αγωνία γιατί ήταν πολύ εύκολο και είχα πολύ χρόνο μπροστά μου μέχρι να αρχίσουν τα αγωνίσματα. Έτσι πήρα το σακίδιο επ’ ώμου για να εξερευνήσω την περιοχή. Και βρέθηκα σε έναν μικρόκοσμο που με πήγε πολλά χρόνια πίσω.
Έναν δρόμο πάνω από το γήπεδο, σε ύψωμα, τρεις σειρές πετρόκτιστα προσφυγικά με κεραμιδένιες στέγες, σαν βορειοελλαδίτικο χωριό, κηπάκια χορταριασμένα με αναρχικά σπαρμένα κίτρινα, άσπρα και μωβ της άνοιξης. Γάτες που οργώνουν ταρατσάκια, λιάζονται ή ερωτοτροπούν, γέροντας με μαγκούρα σε απογευματινή βόλτα, ξινή μυρωδιά βαρελίσιας φέτας, παρακάτω άλλη μυρωδιά από γιαχνί, λιμπιστά κατακίτρινα λεμόνια στα πάνω κλαριά των οπωροφόρων, κανα-δυο δορυφορικά πιάτα. Ένας μπαμπάς με απεριποίητα μούσια της μοδός, σακίδιο στην πλάτη και έναν δίχρονο πιτσιρίκο χέρι-χέρι προχωράνε αργά την ανηφοριά – τον κόβω άσχετο με τη γειτονιά τον κύριο γιατί έχει το ίδιο χαζό βλέμμα έκπληξης με μένα. Περιπλανήθηκα έτσι καμιά ώρα μέσα στο απογευματινό φως.
Μετά μπήκα στο γήπεδο. Ο μπαμπάς μου (75 ετών) λέει ότι το θυμάται από τη δεκαετία του ’50 όταν πήγαινε εκεί με τον ηλεκτρικό για να δει τα ξαδέλφια του να παίζουν ποδόσφαιρο με την ομάδα του Ηρακλή Αθηνών. Το γήπεδο είχε κάμποσα παραπήγματα που στεγάζανε τους αθλητικούς συλλόγους της περιοχής. Θέλησα να σιχτιρίσω την αφραγκιά και την κατάντια μας ωστόσο κάτι με κράτησε.
Και αυτό το κάτι ήταν τα ξεχαρβαλωμένα σαλονάκια που είχαν ξεσκονιστεί και παραταχτεί έξω από τα παραπήγματα για τους γονείς – θεατές που μαρτυρούσαν μια ιδιαίτερα φιλόξενη διάθεση και η φωνή του διοργανωτή από τα μεγάφωνα που ήταν ιδιαίτερα φλική και ενθαρρυντική προς τους νεαρούς αθλητές.
Παρότι δεν είμαι αθλήτρια είχα πάλι τα τυχερά μου σε αυτόν τον αγώνα. Πάτησα και ένα κλικ με μικρό πανόραμα του αττικού λεκανοπεδίου. Πρακαλείται όποιος γνωρίζει ποιες γειτονιές της Αθήνας αγναντεύεις από τη Νέα Ιωνία να το δηλώσει στα σχόλια διότι δηλώνω αγεωγράφητη!
Έχεις φανταστεί να πίνεις το ρακάκι σου σε ένα μαγαζί της γειτονιάς, όχι ξεροσφύρι βέβαια, με τυράκι ναξιώτικο, μέλι και αφράτο παξιμάδι ενώ ο ιδιοκτήτης σου παίζει πενιές στο μπουζουκάκι; Εγώ πάντως αυτό φαντασιώθηκα όταν πέρασα το κατώφλι της όμορφης Ευτοπίας όπου με υποδέχτηκαν ο Φώτης (μεταξύ άλλων και μουσικός) και η Ευγενία (ανεξάντλητο επιχειρηματικό δαιμόνιο). “Αφού έχεις τα παραδοσιακά προϊόντα, όμορφο μαγαζί, παίζεις και μουσική γιατί δεν διοργανώνεις μια βραδιά να το διασκεδάσουμε;”ρώτησα αφελώς.
Η Ευτοπία είναι ένα μικρό αλλά όχι αμελητέο μαγαζί της Νέας Ερυθραίας που πουλάει ελληνικά παραδοσιακά και βιολογικά προϊόντα στον τομέα της διατροφής συν κάποια σαπούνια – καλλυντικά και δημιουργήθηκε από τον κόπο και το μεράκι δυο νέων, ταλαντούχων ανθρώπων που έχουν όρεξη, όραμα και δεν “μασάνε” στις δυσκολίες. Στα ράφια του καταστήματος που έχουν φτιαχτεί από ξύλο και χοντρό σχοινί πάνω σε δικά τους σχέδια (!) υπάρχει μια ικανή γκάμα προϊόντων από διάφορα μέρη της Ελλάδας με ένα μικρό κλείσιμο του ματιού στην Κρήτη, την ιδιαίτερη πατρίδα του Φώτη. Η φιλοσοφία τους είναι: καλό προϊόν, προσεγμένο, από μικρές οικοτεχνίες, σε προσιτή τιμή, όχι εξεζητημένο (δεν θα βρείτε εδώ ουρές από πετροχελίδονα).
Πολύ ευπρόσδεκτη ιδέα τα καλούδια με την ετικέτα της Ευτοπίας όπως μια σειρά από διαφορετικά μέλια (μμμ…), ελληνικός καφές, κουλουράκια-παξιμαδάκια, τουρσί, γλυκά του κουταλιού, ζυμαρικά, μαρμελάδες, και κομπόστες.
Επίσης φιλοξενούν ποδιές κουζίνας στο χρώμα της λεβάντας κομμένες και ραμμένες από τα χέρια των παιδιών στο Εργαστήρι Ειδικής Αγωγής «Μαργαρίτα» και όμορφα διπλωμένες μέσα σε γυάλινα βαζάκια, σαν λαχταριστά γλυκά του κουταλιού.
Το κατάστημα ξεκίνησε ως e-shop το οποίο πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε κατάστημα με φυσική παρουσία. Ένα από τα selling point είναι τα εταιρικά δώρα που το στίγμα τους είναι ο πλούτος της ελληνικής φύσης. Το newsletter τους (από εκεί τους πρωτογνώρισα) περιλαμβάνει συμβουλές για ισορροπημένη διατροφή ή προτείνει κάποια απλή και υγιεινή συνταγή.
Διαβάζοντας την ιστοσελίδα του καταστήματος έμαθα ότι οι ιδρυτές της Ευτοπίας πρόσφατα βραβεύτηκαν για καινοτόμο επιχειρηματικότητα στα Παπαστράτος Startup Greece Awards 2016. Όταν προσπαθείς με επιμονή και συνέπεια, μεράκι και πιανούμενα αποτελέσματα είναι πολύ ικανοποιητικό να βραβεύεσαι, ιδιαίτερα αν είσαι νέος start-upper.
Έκανα και γευσιγνωσία μελιού (για να συνοδεύσω το ρακί μου) και ήταν όλα τους απίθανα. Έφυγα με ένα στην τσάντα. Λέω κάθε φορά που θα μου τελειώνει το μέλι να αγοράζω ένα διαφορετικό μέχρι να αποφασίσω για το αγαπημένο μου. Το ξέρατε ότι το μέλι με το ρακί κάνουν πολύ καλή παρέα;
Ευτοπία, K. Bάρναλη 33, Νέα Ερυθραία, Τηλ: 210 8015686
Εκείνη την ημέρα το απογευματινό φως του ήλιου περνούσε λες από κάτι αόρατα φίλτρα και χρωμάτιζε αλλιώτικα ό,τι έβλεπα. Απλώς διέσχιζα με το αυτοκίνητο τη Λεωφόρο Πεντέλης σε μια συνηθισμένη διαδρομή και θα έβαζα την οδήγηση στον «αυτόματο» αλλά η τύχη και η ιδιοτροπία του ανοιξιάτικου ήλιου να πέφτει σαν προβολέας σε ό,τι άγγιζε μου έφεραν τρία μαγικά συναπαντήματα.
Σταματώ στο φανάρι για τους πεζούς και να το πρώτο. Γιαγιά συνοδεύει εγγονή επτά-οχτώ χρονών με μικρό σακίδιο – μελισσούλα στην πλάτη. Τι να έχει άραγε μέσα; Βιβλία αγγλικών, πουέντ για το μπαλέτο ή απλώς τα απαραίτητα για την επίσκεψη της δεσποινίδος στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς; Η μικρή διασχίζει τη διάβαση χοροπηδώντας ανάλαφρα και σαλεύουν οι κεραίες, αναπηδάνε μπροστά στα μάτια μου και οι κίτρινες και πορτοκαλί ρίγες. Έτοιμες να πετάξουν είναι, μέλισσα και κορίτσι.
Στο επόμενο φανάρι παππούς κρατάει σφιχτά από το χεράκι δίχρονο πιτσιρίκο με μεγάλα μάτια γεμάτα περιέργεια. Ο παππούς έχει περασμένη στον ώμο διάφανη πλαστική τσάντα με αυτοκινητάκια, φτυαράκια και άλλα παραφερνάλια. Τους κόβω να επιστρέφουν από την παιδική χαρά ή το πάρκο. Τα μικρά παπουτσάκια τρέχουν γρήγορα το ένα μπροστά από το άλλο για να προλάβουν τα βήματα του παππού και το πράσινο φανάρι για τους πεζούς. Το ελεύθερο χεράκι κρατάει ένα στρογγυλό κέικ που γεμίζει τη μικρή παλάμη και προσπαθεί να το μπουκώσει ολόκληρο στο στόμα.
Έχω φτάσει πια στον προορισμό μου και παρκάρω σε έναν ήσυχο δρόμο προαστίου. Εκεί με συναντά το τρίτο μαγικό πλάσμα. Νεαρή μαμά με φαρδιά ροζ παντελόνα και ασορτί ζακέτα τρέχει πίσω από ένα ποδηλατάκι με εξάχρονη αναβάτιδα με λαμπερό ροζ κράνος που έχει βάλει φτερά στα πόδια της και διασχίζει κάθετα το δρόμο. Πετάει η αλογουρά της μαμάς, πετάνε και τα πόδια της μικρής στα πετάλια. Ήρθε πια η άνοιξη στην πόλη.
Είναι ένα τραγούδι που το βάζω ανάμεσα στα αγαπημένα μου για την Καθαρή Δευτέρα μα και για πολλές άλλες Δευτέρες του χρόνου. Για μένα είναι ένα με τη χαρά της ζωής, με καινούρια ξεκινήματα. Όταν το ακούω, νιώθω όπως παλιότερα ένα πιο θαρρετό παιδάκι από μένα με τραβούσε από το χέρι για να τρέξουμε παρέα όταν ήμουνα μικρή.
Παρότι ως παιδί είχα ακούσει κάμποσο Θεοδωράκη από τις κασέτες στο αυτοκίνητο του μπαμπά μου, το συγκεκριμένο κομμάτι, που είναι και ινστρουμένταλ (δεν χωρούσε στην αγωνιστική αισθητική των 70’s), το ανακάλυψα στους τίτλους αγαπημένου σήριαλ που απολάμβανα σε πρώτη προβολή ως συναισθηματική εγκυμονούσα το μακρινό 2000, και σε πανάληψη ως φρεσκοχωρισμένη μαμά με μικρό παιδί και ως φέρελπις διαζευγμένη αργότερα.
Το “Περί ανέμων και υδάτων” ήταν αυτό που λέμε ρομαντική ηθογραφία (καταλάβατε το ποιόν μου) και είχε στο επίκεντρό του ένα νέο ζευγάρι με το οποίο βεβαίως είχα δημιουργήσει χίλιες ταυτίσεις. Μπορείτε να βρείτε όλα τα επεισόδια εδώ και σας το συστήνω ανεπιφύλακτα αν είστε κι εσείς αυτού του φυράματος.
Σκεφτείτε ότι εκεί πρωτοείδα το “νέο” αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος σε μια εποχή που ως μικρομαμά δεν είχα ούτε τον χρόνο ούτε τα οικονομικά μέσα για αεροπορικά ταξίδια. Να φανταστείτε ότι την πρώτη φορά που επισκέφθηκα το αεροδρόμιο δεν ήταν για να ταξιδέψω αλλά για να συναντήσω έναν φίλο που είχα να δω χρόνια ο οποίος ζούσε στο εξωτερικό και κατά τύχη περνούσε τράνζιτο από την Αθήνα! Οι ήρωες της σειράς ένας Αθηναίος πιλότος που ερωτεύεται, εκεί που δεν το περιμένει βρε παιδί μου, νεαρή φοιτήτρια στο Παρίσι, Κερκυραία παρακαλώ. Ο οικογενειακός και κοινωνικός τους περίγυρος είναι όλα τα λεφτά.
Όμως εκτός από τον κερκυραϊκό φυσάει όπως καταλαβαίνετε και αρκετός παριζιάνικος αέρας στη σειρά κι έτσι μαθαίνω και τη μουσική του René Aubry που “παίζει” σε πολλά επεισόδια. Ε, μην μου πείτε ότι δεν ταιριάζει ο Aubry σε μια βροχερή Καθαρή Δευτέρα; Ειδικά αν είναι Après La Pluie.
Κι επειδή ακόμα και τώρα που πληκτρολογώ ο ήχος της βροχής στα σκοτεινά πια τζάμια έχει τον ασταμάτητο, λέω να ξαναδώ το πρώτο επεισόδιο μαζί μ’ ένα φλιτζάνι τσάι για να κα κατακαθίσει το μακρύ πλοκάμι από το μεσημεριανό καλαμάρι. Το μάθημα αισθηματικής αγωγής τελείωσε. Καλή εβδομάδα!
Σήμερα δίνω στον εαυτό μου ρεπό. Σήμερα άλλος γράφει Ιστορία και μας δείχνει τα κόλπα για να γράφουμε ιστορίες. Σας συστήνω τον εισηγητή εργαστηρίων δημιουργικής γραφής, νέο συγγραφέα Βαγγέλη Προβιά τον οποίο πρωτογνώρισα σε μια χειμαρρώδη ομιλία του για wannabe γραφιάδες στις Ψηφιακές Γειτονιές του 2014.
Ε, ζεστάθηκα για τα καλά εκεί και αποφάσισα να παρακολουθήσω ένα από τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής που συντόνιζε στο Λεξικοπωλείο στο Παγκράτι. Από τότε πήρα φόρα κι άρχισα να γράφω συχνότερα. Σειρά σας να ζεσταθείτε κι εσείς τώρα με τα tip του μουσάτου Χεμινγουέι από το Παγκράτι, για πολυγραφότατες ημέρες και νύχτες! Ακολουθεί κείμενο Προβιά.
12 (συν ένα) βήματα για να ζεσταθείτε γράφοντας
Λίγο ή πολύ, όλοι γράφουμε – ακόμη και αν δεν το ξέρουμε. Στο Facebook, στο κινητό (έχω λάβει μηνύματα πραγματική ποίηση), στα e mails που ανταλλάσσουμε με φίλους, με συνεργάτες. Το γράψιμο μας είναι αν όχι δεύτερη, σίγουρα τρίτη φύση. Όμως… το γεγονός ότι μπορούμε να τρέχουμε δεν σημαίνει πως είμαστε και κατάλληλοι για μαραθώνιο. Αν υποθέσουμε πως το αφηγηματικό γράψιμο, η μυθοπλασία μεγάλης φόρμας είναι ο μαραθώνιος, να μερικές συμβουλές για το πως μπορούμε να μπούμε σιγά σιγά στο πνεύμα του μαραθωνοδρόμου γραφιά.
1. Ξεκίνα από το λίγο και πήγαινε στο πολύ. 200 λέξεις την ημέρα για ένα μήνα, στην αρχή. Μετά κάνε τις 300 για ακόμα ένα μήνα. Τον τρίτο μήνα διπλασίασέ τις. 600! Κράτα τες για ένα τρίμηνο και ύστερα κάνε τις 700. Στο τέλος αυτού του διαστήματος θα έχεις περίπου 70 χιλιάδες λέξεις… πολλή και πολύ καλή πρώτη ύλη για ένα χορταστικό μυθιστόρημα – και μόλις σε 6 μήνες. Να θυμάσαι: το καθημερινό είναι πολύ πιο σημαντικό από το εβδομαδιαίο. 200 λέξεις τη μέρα είναι καλλίτερο από 3000 λέξεις κάθε Σάββατο. Γιατί; Διότι εκπαιδεύεις τον μυαλό, την ψυχολογία, την ύπαρξή σου ολόκληρη να μπαίνει στην διάθεση του εργάτη – δημιουργού.
2. Έχεις δει το Game of Thrones; Όλες τις σεζόν; Τότε μάλλον δεν είναι ακατόρθωτο να βρεις την μισή με μία ώρα που χρειάζεσαι για να γράψεις τις διακόσιες λέξεις της ημέρας. Δες το ζήτημα ως εξής: όπως δεν θα έβγαινες από το σπίτι για να πας σε ένα επαγγελματικό ραντεβού έχοντας παραλείψει το καθημερινό ντους, έτσι και δεν θα προχωρήσεις στην ημέρα σου αν δεν γράψεις τις διακόσιες λέξεις σου. Τόσο απλά. Χωρίς πίεση. Επειδή το θες. Επειδή το αποφάσισες να το κάνεις και μπορείς.
3. Μην κρυφτείς από κανέναν. Πες στον άντρα σου, στην κοπέλα σου, στην μάνα, στην γιαγιά σου, στους φίλους σου τι κάνεις. «Θέλω να δημιουργήσω μια συγγραφική ρουτίνα και ΘΕΛΩ τη βοήθειά σου. Μπορείς να με βοηθήσεις να αφιερώνω μισή με μία ώρα την ημέρα; Πες ναι! Όταν πάρω το Νόμπελ θα σε αναφέρω στον λόγο μου, στο υπόσχομαι!». Τι θα κερδίσεις; Πρώτον, όταν σε βλέπουν στο mood γραφιά δεν θα σε διακόπτουν – δεύτερο, θα εκπλαγείς από το πώς θα βρουν ενεργά τρόπους για να σε στηρίξουν.
4. Αν και το καλύτερο είναι να βρεις εσύ σε ποιο κομμάτι της ημέρας σου θέλεις να «χώσεις» το συγγραφικό σου σαρανταπεντάλεπτο η πρότασή μου είναι να το σκαρώνεις νωρίς το πρωί. Η ευεξία που θα νιώθεις επειδή έβγαλες τις 200 λέξεις της ημέρας θα σου δίνουν ένα super sexy ακαταμάχητο χαμόγελο που θα διαρκεί όλη μέρα και θα ρίχνει όλα τα γκομενάκια στα πόδια σου. Συν, θα έχεις γράψει με το μυαλό σε σχετικά φρέσκια και ξεκούραστη κατάσταση.
5. Υπάρχει η πιθανότητα να βρεις κάποιον με την ίδια φιλοδοξία με σένα και να συντονίζεστε; Βοηθάει να γνωρίζεις ότι σε ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι ο καλύτερός σου φίλος σκαρώνει τις 200 λέξεις του, όπως και εσύ.
6. Οι άνθρωποι είμαστε πλάσματα της συνήθειας. Κράτα σχετικά σταθερή την ώρα που γράφεις. Αυτό εκτός από πρακτικά ωφέλιμο (γιατί θα ξέρεις πώς να δομήσεις την υπόλοιπη μέρα σου, αφήνοντας εκείνο το χρονικό σημείο καθαρό, αφιεριωμένο στις 200 λέξεις) είναι και πηγή ενέργειας. Με την πάροδο του χρόνου όταν θα φτάνει 9 το πρωί θα αναζητάς σαν ρομπότ ένα χαρτί και ένα στιλό για να ξεκινήσεις τις 200 λέξεις της ημέρας.
7. Στο ίδιο πνεύμα, έχε και σταθερό χώρο που γράφεις. Γιατί; Έτσι ώστε όταν βρίσκεσαι εκεί, σαν το σκυλί του Παβλόφ, αντανακλαστικά να μπαίνεις σε διάθεση δημιουργού. Γίνεται, το έχω δει, μου το έχουν επιβεβαιώσει πολλοί, πολλές φορές.
8. Προσοχή – ο χώρος που γράφεις χρειάζεται να έχει κάποια απαραίτητα αλλά μην υπερβάλλεις. Δεν είναι ανάγκη να τον έχει διακοσμήσει ο Φίλιπ Σταρκ. Δεν χρειάζεται να υπάρχει ειδικό τραπέζι από ξύλο μανταρινιάς για να εμπνευστείς. Επικεντρώσου στα πραγματικά βασικά. Το μυαλό σου, τη συγκέντρωσή σου, στιλό και χαρτί ή κάποιον υπολογιστή και μια καθαρή επιφάνεια – αυτά χρειάζεσαι. Θυμήσου, το ζητούμενο είναι να γράψεις τις 200 λέξεις της ημέρας, όχι να υλοποιήσεις κάποιο υψηλό ιδανικό του πώς είναι και ζουν οι συγγραφείς.
9. Να λες μπράβο στον εαυτό σου που έγραψες τις λέξεις της ημέρας. Αλήθεια, σε μια εποχή που όλα είναι ρευστά και αβέβαια, που όλα αξιολογούνται από το αν φέρνουν άμεσα χρήματα, κάποιος που αφιερώνει χρόνο στην μακροπρόθεσμη βελτίωση της τεχνικής του στο γράψιμο είναι αξιοθαύμαστος. Μπράβο!
10. Κάνε κόλπα για να αντιμετωπίσεις τους περισπασμούς. Τι σε παρασύρει; Το ίντερνετ; Σβήσε, για όση ώρα θα γράφεις τις 200 λέξεις σου, το router από τον διακόπτη. Το κινητό; Κλείστο! Σε εμποδίζει η επιθυμία να ποτίσεις τώρα τον κάκτο (που δεν έχεις ποτίσει 6 μήνες); Υποσχέσου στον εαυτό σου ότι θα το κάνεις αμέσως μετά τις 200 λέξεις.
11. «Μα καλά, φτάνουν 200 λέξεις την ημέρα;» θα με ρωτήσεις… Όχι, δεν φτάνουν. ΑΛΛΑ αν έχεις μέσα σου το σαράκι, στο εγγυώμαι ότι μετά τον πρώτο μήνα και αφού θα έχεις ζεσταθεί, αφού θα διαπιστώνεις πόσες πολλές ιδέες έχεις, πόσο βελτιώνονται οι προτάσεις σου, πόσο με μεγαλύτερη ακρίβεια εκφράζεις αυτό που θες να πεις… θα αποφασίσεις μόνη σου να τις κάνεις 700. Και 700 λέξεις την ημέρα είναι πολύ περισσότερο από όσο γράφουν οι μεγαλύτεροι και πιο επιτυχημένοι συγγραφείς της εποχής μας.
12. Και άλλη ερώτηση: «καλά, και τι να γράψω; Έτσι κάθομαι και αραδιάζω 200 λέξεις»; Ναι, ξεκίνα έτσι… με 200 λέξεις αυτοβιογραφικές. Θυμήσου, το ζητούμενο είναι να μπεις στην ψυχολογική διάθεση του δημιουργού. Γράψε αν δεν έχεις ιστορίες να πεις, τι νιώθεις, τι αισθάνεσαι, τι σκέφτεσαι. Κάτι που σου συνέβη. Ένα όνειρο. Ένα σχέδιο σου. Πολύ γρήγορα (και αυτό στο εγγυώμαι) αν έχεις το σαράκι του αφηγητή ιστοριών… η μοίρα θα σε οδηγήσει στα επόμενα βήματα. Θα βρεις ένα καλό βιβλίο για τα βασικά της αφηγηματικής τέχνης. Θα αναζητήσεις ένα εργαστήριο γραφής. Θα δεις βίντεο από δάσκαλους δημιουργικής γραφής στο internet. Με μια φράση… θα πας στο επόμενο βήμα. Τώρα όμως το σημαντικό είναι να κάνεις τις 200 λέξεις την ημέρα.
13. Μην ξεχνάς να διαβάζεις. Αν το γράψιμο είναι η εκπνοή του γραφιά, το διάβασμα είναι η εισπνοή του.
Ο Βαγγέλης Προβιάς είναι εισηγητής εργαστηρίων δημιουργικής γραφής στο πρόγραμμα e-learning του Πανεπιστημίου Πειραιά, στο Βρετανικό Συμβούλιο και στο Λεξικοπωλείο. Η συλλογή διηγημάτων του «Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΛΚΟΣ και βρίσκεται στην γ’ έκδοσή της.
In the USA of the rocking 60’s, despite the revolutionary twenty somethings, the acceptable career choices for a woman were three: secretary, teacher or nurse. Having turned down the first two options, Patricia landed in college to become a nurse. She was actually doing exceedingly well because she was taking good care of her patients and had a compassionate nature but she had a feeling this was not her life calling. So, after two years of studying hard, she decided to take a break and went on a life journey to Europe together with her friend Elizabeth. Having little money, they hitchhiked here and there and babysitted for wealthy families of the European bourgeois. In one of these European houses, Patricia had the opportunity to read a book about Dr Maria Montessori. A little later during her European wanderings luck brought her at the doorstep of a Montessori school in Holland. Pure coincidence? There is no such thing. The road was now open. Coming back to America she decided to leave nursing and started her training as a Montessori educator under the supervision of Renilde Montessori (Maria Montessori’s granddaughter) in Toronto, Canada.
I believe it is no accident that in the Montessori tradition, teachers are called guides and schools are referred to as communities. It is a great responsibility and a great honor to guide a child through life, show her the way to grasp joy and knowledge, enable her to bloom.
For the last 15 years Patricia Oriti has been acting as a mentor to the guides of a large number of Montessori communities. She offers them coaching, talks, and seminars that aim to refresh their minds on Dr Montessori’s vision of an education that embraces the body, mind, and soul of a child. I am a keen follower of Patricia for the last ten years and I listen to her each time she makes her annual visit to Greece. Her view that the path to become a better parent can be taken any time, whether your child is 6 months or 16 years old, has always been a source of inspiration and hope for me. There is always room for improvement of the parent-child relationship and opportunities for parents and children to become happier and more functional human beings. As long as we don’t stick to our mistakes, dwell into guilt and self loath, and not allow ourselves to get sick from worrying but focus on the strengths we have developed as parents we can use these strengths to make conscious choices, mindful decisions and set feasible goals.
But what is the basis of Montessori educational system? It is a child-centered pedagogical system that has respect for the child’s personality and feelings, employs its own educational means and encourages learning through the senses and through research. One of Montessori’s main principles is that it acknowledges 5 developmental needs for children:
The need for belonging
The need for independence
The need for movement
The need for expression and communication through language
The need for order (external and internal order)
It is our duty as adults to fulfil these developmental needs of the child at all age levels. Interestingly enough, the Montessori approach divides childhood in four levels: 0-6 years old, 6-12 years old, 12-18 years old, and 18-24 years old. I feel intrigued by the Montessori idea that the traits of the first period (0-6) return in the third period (12-18), that is to say, during adolescence. And, being a mom of a 13 year old, I have observed this idea in practice. Do you feel puzzled that the Montessori people acknowledge a fourth level of childhood that starts after 18? Well, don’t. It is a time in life when the “mature teenager” makes decisions for his role and mission in life. For those of us who never had the intuition and courage to define our mission before the age of 24, we had a hard time in the years that followed!
Another aspect of the Montessori education that I am keen on, is the connection it makes with the activities of everyday life (such as producing and preparing the food we eat, cleaning the space we use, washing our clothes, etc) with an emphasis on contribution towards the community. This way the child is taught to cater for himself and then for his family, for his school, for his neighborhood, and for the broader community and gradually to find out what is his mission in the world.
I feel grateful as a parent in having met Patricia Oriti and for all the support, empowerment and inspiration I have drawn from her. In the last five years, there has been a flourishing of Montessori preschool establishments in Athens. Unfortunately, this flourishing doesn’t move onto the next levels of education due to the rigid Greek law system concerning establishment of school units. However, if you are lucky enough to encounter individuals like Patricia, who are dedicated to their cause, embrace children with love and respect and embrace parents with understanding and encouragement, grab the chance and you will not regret a might-have-been!
Τι ικανοποίηση να βρίσκεις στην μπουγάδα μια κάλτσα σου αγαπημένη που την είχες χάσει από καιρό! Το ταίρι της περίμενε υπομονετικά στο συρτάρι γιατί είχες μια βεβαιότητα ότι θα ξαναντάμωναν οι δυο τους. Η στιγμή της επανένωσης σου δίνει ένα χαμόγελο, μια λάμψη θριάμβου, θαρρείς και έβαλες σε τάξη όλα τα κακώς κείμενα της ζωής σου. Θαρρείς και τη στιγμή που οι δυο τους γίνανε ένα η μια μέσα στο λάστιχο της άλλης πήρες διαβατήριο για μια καλύτερη ζωή με μεγαλύτερες δυνατότητες και ευκαιρίες.
Ήταν απ’ αυτές με τα αγαπημένα σου σχέδια, μαύρες με μικροσκοπικά άσπρα πικουδάκια. Παιχνιδιάρικη αλλά κομψή, κατάλληλη και για χουχούλιασμα στο κρεβάτι και για επαγγελματικό ραντεβού. Ευκαιρία για απόδοση τιμών σε όλες εκείνες τις κάλτσες που δεν βρέθηκαν ποτέ, που έπεσαν στο μπαλκόνι των αποκάτω, που τις πάτησαν τα αυτοκίνητα στην πυλωτή, που τις πήρε ο αέρας γιατί τις ξέχασες χωρίς μανταλάκια στην απλώστρα. Το μαλακτικό με άρωμα χιλίων ελληνικών νησιών ή χιλίων εξωτικών λουλουδιών – δεν θυμάσαι τι αγόρασες σε προσφορά την τελευταία φορά – δίνει τον τόνο στη σκηνή. Φέρνεις στα ρουθούνια σου το νεοσχηματισθέν ζευγάρι, παίρνεις βαθιά εισπνοή, ευχαριστιέσαι, και το επανατοποθετείς στο συρτάρι για μελλοντική χρήση μια μέρα με ιδιαίτερη διάθεση. Ίσως την αυριανή.
Η πρώτη μου φορά στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης ήταν ως δεκαπεντάχρονη μαθήτρια. Ήταν στον Ήχο του όπλου, την τελευταία παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κουν πριν πεθάνει – για φαντάσου – την ημέρα της πρεμιέρας. Μας είχε συνοδέψει εκεί, ένα τσούρμο μαθήτριες, ένα ξεχωριστός καθηγητής του σχολείου. Όταν τις προάλλες κατέβηκα τα σκαλιά του Υπογείου για να δω την Αδαμαντία για δευτερόλεπτα μπήκα σε μια δίνη στο χωροχρόνο του μυαλού μου αντικρίζοντας τις τα μπορντό καθίσματα – άραγε ήταν τα ίδια από τότε ή απλώς είχαν ανανεώσει τις ταπετσαρίες με το ίδιο ύφασμα;
Μετά ανέβηκε στη σκηνή η αγαπημένη μου Μάνια Παπαδημητρίου και έμπλεξε γλυκά τις δικές της θεατρικές εξομολογήσεις για το ξεκίνημά της ως κορίτσι του Χορού στην τραγωδία που σκηνοθετούσε κάποιο καλοκαίρι ο Κουν στην Επίδαυρο. Κι έπειτα η Μάνια ντύθηκε το κομψό παλτό της καπάτσας ράφτρας και εμπόρισσας κυρίας Αδαμαντίας και μοιράστηκε μαζί μας την ιστορία της. Φαινόταν να απολαμβάνει το ρόλο της. Και εμείς απολαμβάναμε εκείνη.
Η Αδαμαντία είναι μια αισθησιακή παράσταση: Ακούς τη Μάνια (Παπαδημητρίου) να μιλάει και να τραγουδάει με το ανάμεικτο γλωσσικό ιδίωμα (και στα αλώνια και στα σαλόνια) της κυρίας Αδαμαντίας, βλέπεις ξανά τη Μάνια να στριφογυρίζει αεικίνητα πάνω στη σκηνή, νομίζεις ότι θα αγγίξεις τα κόκκινα βαμμένα νύχια της που «βάφει» μπροστά σου για τις ανάγκες του ρόλου, και ότι θα μυρίσεις τον ελληνικό καφέ που της σερβίρει η μικρή της «κόρη». Σπάνιο για θεατρικό μονόλογο να είναι τόσο ζωντανός, γεμάτος εικόνες.
Γιατί, ναι, παρόλο που στη σκηνή εμφανίζονται εντελώς βοηθητικά τα τρία παιδιά της Αδαμαντίας, η παράσταση είναι ένας αφηγηματικός μονόλογος που έφτιαξε ο Παναγιώτης Μέντης με έμπνευση τα αληθινά γράμματα που αντάλλαξαν στη διάρκεια πολλών δεκαετιών η Αδαμαντία και ο σύζυγός της Γιάννης, ράφτες και οι δύο στο επάγγελμα. Τα γράμματα βρέθηκαν κάπου στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης.
Η Αδαμαντία είναι μια γυναίκα λαϊκής καταγωγής που ξεκινάει τη ζωή της σε ένα νησί του Αιγαίου, πηγαίνει να μάθει μοδιστρική στην Αθήνα, εκεί γνωρίζει τον Γιάννη, τον παντρεύεται (επειδή παίζει ωραία το μαντολίνο) και μεταναστεύουν στο κοσμοπολίτικο Κάιρο της δεκαετίας του ’40 για μια καλύτερη τύχη. Κάποια στιγμή μετοικεί με τα τρία της παιδιά (και χωρίς τον Γιάννη) στη Θεσσαλονίκη για να δοκιμάσει το εμπορικό της ταπεραμέντο. Σαν μεγαλώσουν τα παιδιά κατεβαίνει στην Αθήνα για να σπουδάσουν τα παιδιά.
Και μιλάει, μιλάει, μιλάει, μιλάει και είναι τα λόγια της χείμαρρος: γι’ αυτά που έζησε, γι’ αυτά που έκανε, γι’ αυτά που ένιωσε. Όσο για τη δουλειά, δεν τη φοβάται, δουλεύει σκληρά, πρώτα σαν μοδίστρα κι έπειτα σαν ιδιοκτήτρια «μπουτίκ» που φέρνει οριένταλ στολίδια από την Αίγυπτο για τα σπίτια των καλοκρατούμενων Σαλονικιών. Από το εμπορικό αλισβερίσι της με τον κόσμο της «καλής κοινωνίας» αποκτάει ένα καλό κομπόδεμα και έναν κρυφό εραστή μεγαλοδικηγόρο που αναπληρώνει τη στέρηση του συζύγου που παραμένει στην Αίγυπτο. Η Αδαμαντία δεν μετανιώνει για τίποτα, ούτε καν για τις διευκολύνσεις που της κάνει ο αδελφός της λόγω των σχέσεών του με το παρακράτος. Όλα τα δικαιολογεί με κάποιον τρόπο όπως ο μέσος έλληνας χτες, σήμερα, αύριο στη θέση της. Όλα δείχνουν να έχουν θέση στον αγώνα για επιβίωση και την «εξασφάλιση» των παιδιών. Στο πίσω μέρος της αφήγησης περνάει η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, το μετεμφυλιακό κράτος, η χούντα, η μεταπολίτευση ο Καραμανλής, ο Ανδρέας.
Παρότι δεν έχει πολλά πάρε δώσε με την τέχνη, πάει τρεις φορές στη ζωή της θέατρο, για να δει και τις τρεις την Κλυταιμνήστρα», μία με τον άντρα της, μία με τον γκόμενο και μία με την ενήλικη πια κόρη. Νιώθει να έχει κοινά με την Μυκηναία βασίλισσα που έχει κι αυτή τρία παιδιά και περιμένει χρόνια ατελείωτα τον άντρα της να επιστρέψει. Η τραγωδία είναι μια ευκαιρία να ακούσουμε την καταπιεσμένη οργή για τον άντρα της που την άφησε να φύγει, που δεν της έγραψε ποτέ κάτι τρυφερό, που δεν τη διεκδίκησε.
Η Αδαμαντία ετοιμάζεται για τα βαφτίσια της εγγονής της που θα πάρει το όνομά της και αναρωτιέται αν θα πρέπει να την πουν Διαμαντούλα, ή Διαμάντω. Μπα, Αδαμαντία καλύτερα, ακούγεται βυζαντινό καταλήγει σαρκάζοντας τον εαυτό της και τη φυλή μας.
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15 στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, Υπόγειο Πεσμαζόγλου 5, τηλ. 2103228706, από 11 Ιανουαρίου έως 26 Απριλίου.
Άλλοι πάνε στο TEDx για να εμπνευστούν γενικώς και αορίστως, άλλοι για να τροφοδοτήσουν το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, άλλοι για να αντλήσουν ιδέες για καινοτομίες, άλλοι για να συγκινηθούν.
Υπάρχουν και μερικοί σαν την την αφεντιά μου που πάνε και μετά σου λένε για τις ιστορίες αγάπης που άκουσαν. Ό,τι ζητάει, βρίσκει κανείς. Λοιπόν η φετινή διοργάνωση του TEDx Athens με θέμα την αφετηρία του καθενός (Origins) είχε πολλές θεματολογικές αναφορές στην αγάπη και τον έρωτα. Η σημερινή ανάρτηση αναμένεται ελαφριά γι’ αυτό όποιος θέλει μια πιο επιστημονική προσέγγιση του TEDx παρακαλείται να μεταβεί σε άλλο blog!
φωτογραφία ophilos
Η εκδήλωση άνοιξε σαν παραμύθι με την Αλεξάνδρα Αντωνοπούλου (σχεδιάστρια-ανώτερη λέκτορα στο πανεπιστήμιο Goldsmithsτου Λονδίνου) να μας θυμίζει ότι το παραμύθι Η Πεντάμορφη και το Τέρας πλάστηκε στα σκοτεινά χρόνια της προβιομηχανικής Ευρώπης, όταν τα φτωχά πλην όμορφα κορίτσια αποδέχονταν προτάσεις γάμου από γηραιούς, πλούσιους κυρίους και χρειάζονταν ένα διδακτικό ανάγνωσμα για να μπορέσουν να αγαπήσουν τους συζύγους τους και να ανακαλύψουν τον «πρίγκιπα» με τα ευγενικά συναισθήματα που αυτοί έκρυβαν μέσα τους.
Ο Mark Haidar (διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Vinli) από το Λίβανο σε μια συναισθηματικά φορτισμένη ομιλία μίλησε για την αγάπη του για την υψηλή τεχνολογία και το επιχειρείν που τον οδήγησε ως εικοσάρη developer με διακόσια δολάρια στην τσέπη από τον εμπόλεμο Λίβανο στις ΗΠΑ για μια μεγάλη επιχειρηματική περιπέτεια. Έρωτας κι αυτός μιας άλλης μορφής.
Ο Γιώργος Πίττας (blogger γαστρονομίας-συγγραφέας) μας τροφοδότησε με το όραμα του (που το προωθεί έμπρακτα και συστηματικά) για μια Ελλάδα που αναδεικνύει την ξεχωριστή τουριστική της ταυτότητα μέσα από τα νόστιμα τοπικά της προϊόντα. Και μέσα από την πληθώρα των εικόνων της διήγησής του περπατούσαν οι ψηλές και όμορφες γυναίκες της Έδεσσας όπως τις θυμόταν ως έφηβος να μαζεύουν ζουμερά ροδάκινα στον καιρό της συγκομιδής.
Και να ‘σου σκάει μύτη η ιστορία της πρώτης σεξουαλικής επανάστασης στην Ευρώπη γύρω στο 1700 ειδωμένη από τον (συγγραφέα, ιστορικό και καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης) Faramerz Dabhoiwala. Υπενθύμισε ότι η σεξουαλική ελευθερία (στον όποιο βαθμό) δεν ήταν πάντοτε δεδομένη στη Δύση. Είπε μάλιστα πως η σεξουαλική ελευθερία ομοιάζει πολύ προς τη δημοκρατία. Οι απόγονοι των ιδρυτών του αρχαίου πολιτεύματος (της δημοκρατίας) ας το σκεφτούν καλύτερα αυτό!
Ο Βαγγέλης Αυγουλάς (πρόεδρος της Επιτροπής Νεολαίας του Πανελλήνιου Συνδέσμου Τυφλών-δικηγόρος) σε μια από τις πιο θερμές ομιλίες της ημέρας μας έδωσε ένα ελαφρύ σκαμπίλι λέγοντας ότι έχουμε αναδείξει τη θεωρία της εικόνας πιο δυνατή και από αυτήν της σχετικότητας. Μας προέτρεψε λοιπόν να καταρρίψουμε τον οπτικό μύθο του έρωτα και «Με άλλα μάτια να …αγαπιόμαστε». Αισθαντικός, χιουμορίστας, αυτοσαρκαστικός, καυστικός όπου χρειαζόταν, ζέστανε καρδιές και συγχρόνως έθεσε καυτά ερωτήματα για την εξέλιξή μας ως ερωτικά όντα. Μας έβαλε να σκεφτούμε ποια χαρακτηριστικά μας πέρα από το όμορφο προσωπάκι μας και την κορμάρα που ενδεχομένως διαθέτουμε νομίζουμε ότι θα έκαναν κάποιον-κάποια να μας ερωτευτεί. Ας πούμε το ότι είμαστε δοτικοί εραστές, ότι μαγειρεύουμε υπέροχα, ότι έχουμε χιούμορ, ότι είμαστε ασυναγώνιστοι στο φλερτ, δεν είναι αρκετά ικανοποιητικοί λόγοι που μας κάνουν ερωτεύσιμους;
Ο ψυχίατρος Βασίλης Τσιπάς από την ΜΚΟ Ομάδα Αιγαίου διηγήθηκε γλαφυρά πως μια ομάδα γιατρών και λοιπόν εθελοντών με τα φουσκωτά τους έστησαν υπομονετικά και μεθοδικά ένα δίκτυο ιατρικής και όχι μόνο υποστήριξης των νησιωτών των περισσότερο απομονωμένων νησιών του Αιγαίου. Κι εκεί ανάμεσα στις ακτινογραφίες και τις μονάδες αφαλάτωσης νερού στοίχειωσε το μυαλό μου η εικόνα μιας νησιώτισσας 67 χρονών που αγνάντευε καθημερινά τη θάλασσα από το παράθυρό της. Όχι δεν ήταν από ρομαντισμό αλλά επειδή σκεφτόταν να φουντάρει. Η γυναίκα αυτή είχε φύγει μικρή κοπελίτσα μετανάστρια, στην Αμερική νομίζω, και επέστρεψε στα 67 της πια στο μικρό νησί της επειδή ο άντρας της αποφάσισε μετά από σαράντα και βάλε χρόνια γάμου να χωρίσουν. Κι ενώ ήταν πολύ κοντά στο να τερματίσει τη ζωή της βλέπει από το παράθυρο τον στολίσκο της Ομάδας Αιγαίου να καταφτάνει στο λιμάνι και συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μέλλον για εκείνη αφού υπάρχουν ακόμα κάποιοι που τη νοιάζονται.
Και η εκδήλωση του TEDx Athens 2016 έκλεισε όπως είχε ανοίξει, πάλι σαν παραμύθι με την αγαπημένη συγγραφέα παιδικών βιβλίων Άλκη Ζέη της οποίας ο κοφτερός λόγος χωράει και γενναίες δόσεις τρυφερότητας. Η Ζέη μέσα από το συναρπαστικό παραμύθι της ζωής της μας έκανε κοινωνούς στη συντροφική αγάπη που έζησε με τον άνδρα της στα χρόνια της δικής τους προσφυγιάς στην Τασκένδη, στο Παρίσι και αλλού εξαιτίας των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Μας παρακίνησε να ελπίζουμε σε κάτι, να είμαστε αγαπημένοι και να βοηθάμε ο ένας τον άλλον για να αντιμετωπίσουμε τις αντιξοότητες της ζωής.