Τα θέατρά μου: Μαμ

«Μαμ» όπως απαιτούν τα μωρά. «Μαμ» όπως το τυροπιτάδικο – φετίχ με τις νοστιμότατες κουρού στην οδό Πανεπιστημίου. Όταν πήγα να δω την παράσταση «Μαμ» αναρωτήθηκα αν ήταν παράσταση για μικρούς ή για μεγάλους. Τώρα που την έχω δει λέω πως είναι μια παράσταση για μεγάλους και μικρούς (ε, εντάξει, να ΄ναι δέκα χρονών οι μικροί για να το ευχαριστηθούν περισσότερο).

mam_1

Πρωτοήρθα σε επαφή με τον γραπτό λόγο του Σάκη Σερέφα με Έναν δεινόσαυρο στο μπαλκόνι μου όπου ένα κύμα νοσταλγίας με πέταξε στο ρεστοράν του Όλυμπος – Νάουσα στη Θεσσαλονίκη, σε ηλικία επτά ετών, να τρώω αχνιστά γιουβαρλάκια και να χαζεύω τα ψηλά ταβάνια και τα γκαρσόνια με τα μαύρα παντελόνια και τα άσπρα πουκάμισα. Έτσι, αφενός αγάπησα τον Σάκη Σερέφα, αφετέρου τον συνέδεσα με γαστριμαργικές μνήμες. Έτσι, δεν μου έκανε καθόλου εντύπωση που τον ξαναβρήκα σε ένα θεατρικό που ψηλαφεί τους πόνους και τις χαρές ενός μικρού ανθρώπου που πορεύεται προς την ενηλικίωση με μπούσουλα το φαγητό.

Στην σκηνή πρωταγωνιστεί ένα ψυγείο μάρκας Εσκιμό αν θυμάμαι καλά, ο μικρός Ζοζέφ, μαθητής που τον βλέπουμε στη διαδρομή έκτης δημοτικού – τρίτης λυκείου και ο Μεγάλος, ο οδηγός του σχολικού λεωφορείου που μεταφέρει τον Ζοζέφ στο ιδιωτικό του σχολείο αυτά τα εφτά χρόνια. Ο μόνος Ζοζέφ που ήξερα ποτέ ήτανε ο εγγονός της κυρίας Αθηνούλας, της μοδίστρας της γιαγιάς μου, και είχε αυτό το όνομα επειδή η οικογένειά τους ήταν καθολικοί και μου ακουγόταν τότε εξαιρετικά εξωτικό αυτό το καθολικοί τότε. Η κυρία Αθηνούλα, ανάμεσα στις πρόβες των φουστανιών, κερνούσε πάντα γλυκό του κουταλιού και σμυρναίικα κουλουράκια που έφτιαχνε με τα χεράκια της και αυτό ήταν το χαϊλάιτ της επίσκεψης για μένα. (κλείνω την παρένθεση).

mam_3

Ο Ζοζέφ του θεατρικού γίνεται φίλος με τον οδηγό του σχολικού και στη διάρκεια των επτά χρόνων που συναντιούνται στο λεωφορείο, ο Μεγάλος κερνάει τον Ζοζέφ επτά διαφορετικά εδέσματα, μέσα στο απαραίτητο τάπερ. Σοκολατάκι γεμιστό με ζυγούρι για τη μαυρίλα της εφηβείας αφού ο στενοχωρημένος εγκέφαλος ψοφάει για σοκολάτα και λίπη ζώων, σκουμπρί γεμιστό με κάππαρη για να δυναμώσει η ψυχή και να τολμήσει να εγκαταλείψει την αγέλη. Αστακό με λαδολέμονο για το πένθος, όταν ο Ζοζέφ χάνει τον παππού του. Γιατί ο αστακός όταν γδύνεται το παλιό του κέλυφος το τρώει για να δυναμώσει και να φτιάξει καινούριο. Έτσι όταν ο θάνατος σου πάρει κάποιον δικό σου, μην διώχνεις μακριά τις αναμνήσεις σου από εκείνον, φάτες, καταβρόχθισέ τις για να δυναμώσεις. Ωμό σολομό μαριναρισμένο με λεμόνι για θυμάσαι ποιος είσαι και από πού έρχεσαι. Σαλιγκάρια τηγανητά με κρασί και δεντρολίβανο για τις πληγές και τις χαρές του έρωτα. Του έρωτα που στην εφηβεία μυρίζει μαλακτικό μαλλιών με άρωμα πικραμύγδαλου. Καρδιές αγκινάρας λεμονάτες για να μάθεις να ξεφλουδίζει την καρδιά σου απ’ όλα τα περιττά και να μένει η ουσία που είναι μια σταλιά πράγμα. Προβατίνα βραστή με τραχανά για τη νοσταλγία του παρελθόντος.

mam_2

Οι λέξεις πέφτουν όμορφες, στρογγυλές μα όχι στρογγυλεμένες, απολαυστικές, λένε όμορφες ιστορίες, λένε έξυπνα πράγματα, σε ζεσταίνουν, σε χορταίνουν, μα δεν σε βαραίνουν. Μάλλον έτσι είναι τα καλογραμμένα θεατρικά. Παίζεται στο Skrow Theater στο Παγκράτι, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη. Με τους Χρηστίνα Γαρμπή, Θανάση Ζερίτη, Γιώργο Κισσανδράκη – όλοι τους γεμάτοι μεταδοτική ενέργεια. Να πάτε να το δείτε. Έχει όλα τα λιπαρά που χρειάζονται για να «λαδωθεί» και να ευφρανθεί ο εγκέφαλός σας!

Συνεχίστε την ανάγνωση

Στον φούρνο της γειτονιάς μου

Ένα πρωινό σαν όλα τ’ άλλα η γάτα μου με ξυπνάει στις έξι ακριβώς λες και κρύβει μέσα της κάποιον αόρατο ωρολογιακό μηχανισμό. Όμως δεν είναι ακριβώς σαν όλα τ’ άλλα γιατί με είχε πάρει ο ύπνος με τα ρούχα στον καναπέ και ξύπνησα πιασμένη. Με τα μάτια μισόκλειστα βρίσκω το κουτί της γατοτροφής, αδειάζω με την πλαστική σέσουλα στο πιατάκι, ακολουθεί σύντομο γουργουρητό ευχαρίστησης και ήχοι χλαπακιάσματος.

Μετά το απαραίτητο… φρεσκάρισμα στο μπάνιο πάω γραμμή στο βραστήρα για τσάι. Κι εκεί ανάμεσα στις ζεστές παρηγορητικές γουλιές μου έρχεται κεραμίδα η αποκάλυψη: μας τελείωσε το ψωμί. Σκανάρω το ψυγείο και τα ντουλάπια για οποιοδήποτε αρτοσκεύασμα αλλά δεν: ψωμί για τοστ, υπολείμματα χωριάτικης φραντζόλας, πίτες για σουβλάκια, μπριοσάκια, τίποτα! Το βασίλειό μου για δύο φέτες να εναποθέσω εκεί τις ελπίδες μου και το κολατσιό του παιδιού μου!

bakery
Ο φούρναρης Nicolas Cage (και όχι αυτός της γειτονιάς μου) στο Moonstruck (1987)

Η λύση είναι μία: μπουφάν, παπούτσια και έξω από την πόρτα σε αναζήτηση ανοιχτού καταστήματος στις 6:30 το πρωί. Μα θα είναι ανοιχτά; Θυμάμαι τον παππού που πήγαινε πάντα πριν ξημερώσει να ανάψει τους φούρνους του ζαχαροπλαστείου παρόλο που στις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του οι φούρνοι ανάβανε αυτοματισμένα. Και τη γιαγιά να τον ψέλνει «Μα πού πας μεγάλος άνθρωπος τέτοια ώρα, μέσα στη νύχτα, πριν τον πρώτο εργάτη, οι φούρνοι ανάβουνε μόνοι τους!» Κι εκείνος κουνούσε το κεφάλι, έλεγε «καλά» και… πήγαινε!

Καιρός να επαληθεύσουμε στην πράξη αν ο φούρνος της γειτονιάς είναι ανοιχτός. Βουτάω τα κλειδιά και τον τετράτροχο σύντροφό μου και βγαίνω στο πρωινό αγιάζι. Στα τρία τετράγωνα αντικρύζω τον φούρνο της γειτονιάς μας, ολόφωτο. Νιώθω σαν ροβινσώνας που αντίκρισε το πλοίο της σωτηρίας του. Μπαίνω μέσα και αμέσως με τυλίγει η ζέστη και οι μυρωδιές από τα πρωινά φουρνίσματα. Στη μικρή βιτρίνα είναι ήδη στρατηγικά παραταγμένα όλα τα σφολιατοειδή. Και, πιστέψτε με, υπάρχει δεύτερος πελάτης εκτός από εμένα!

Εκμεταλλεύομαι τον χρόνο μέχρι να εξυπηρετήσουν τον άνθρωπο για να πάρω όσο πολλές τζούρες μπορώ από αυτόν τον ιδιαίτερο αέρα που μοσχοβολάει φρεσκοψημένες ζύμες και θαλπωρή. Όπου να ‘ναι θα γουργουρήσω κι εγώ σαν τη γάτα. Σύντομα όμως έρχεται η σειρά μου. Κανείς δεν δείχνει έκπληξη για την τόσο πρωινή μου εμφάνιση. Διαλέγω για τα σάντουιτς του γιου στρουμπουλά ψωμάκια που μου ζεματάνε τα δάχτυλα – στο φούρνο της γειτονιάς μας επιτρέπεται να μην είσαι politically correct και να αγγίζεις με τα βρωμερά σου δάχτυλα το αντικείμενο του πόθου σου. Τραβάω και ένα σιμίτι κουλούρι τίγκα στο σουσάμι – δώρο στον εαυτό μου, να συνοδέψει το δεύτερο φλιτζάνι τσάι της ημέρας. Φεύγω γραμμή για το σπίτι, ακόμα τυλιγμένη σε ατμούς … αρτοποίησης. Βρε, μήπως να το κάνω συχνότερα;

Συνεχίστε την ανάγνωση

Άστεγοι: Το παιδί σου ξέρει ότι υπάρχουν;

Σάββατο βράδυ, ηλεκτρικός για Μοναστηράκι, περπάτημα στη νυχτερινή και σιωπηλή οδό Αθηνάς μέχρι τη Βαρβάκειο κι εκεί ξαφνικά… πολύς κόσμος. Βρέθηκα εκεί με τον γιο μου (σχεδόν 15) απλώς και μόνο επειδή ανταποκριθήκαμε σε μια πρόσκληση δράσης για την υποστήριξη των αστέγων της Αθήνας που κοινοποιήθηκε στο Facebook από μια ομάδα άγνωστων φίλων σε συνεργασία με το σωματείο Γέφυρα, τα μέλη της οποίας προσφέρουν σημαντική δουλειά στο δρόμο. Οι εικόνες και τα συναισθήματα από εκείνη τη βραδιά είχαν μεγάλη ένταση και για τους δυο μας. Αποφάσισα να τα καταγράψω εδώ κι ας είναι κάπως χύμα κι ανεπεξέργαστα, επειδή τα γραπτά μένουν κι εγώ θέλω να μείνουν και να διατηρηθούν.

homeless
Δεν βρήκα τη δύναμη να τραβήξω φωτογραφίες εκείνο το βράδυ. Η φωτό είναι δανεική.

Το εγχείρημα γινόταν στην οδό Αθηνάς, απέναντι από τη Βαρβάκειο Αγορά, μέσα και έξω από το χώρο του Συν Αθηνά του Δήμου Αθηναίων. Εμείς βρεθήκαμε εκεί με πρωτοβουλία του αθλητικού συλλόγου στον οποίο ανήκει ο γιος μου. Όταν φτάσαμε στο χώρο είχανε μαζευτεί πάρα πολλά ρούχα και τρόφιμα, υπήρχε ήδη ένα πλήθος εθελοντών, και είχανε δημιουργηθεί ομάδες διαλογής και ομάδες διανομής (για τα ρούχα και τα τρόφιμα). Οι άνθρωποι του αθλητικού συλλόγου μας εξήγησαν πώς λειτουργούσαν τα πράγματα εκεί κάτω από την επίβλεψη της Γέφυρας και μας σύστησαν στον Τάσο. Ρώτησα τον γιο μου σε ποια ομάδα θα ήθελε να συμμετέχουμε, μου είπε διανομή κι έτσι ξεκινήσαμε το κολύμπι από τα βαθιά.

Μας χώσανε στην ομάδα 14 πράγμα που σήμαινε πως έπρεπε να περιμένουμε περίπου μία ώρα μέσα στο νυχτερινό αγιάζι (χαλάλι του). Ευτυχώς φορούσα το κόκκινο σκουφί μου. Για να παρηγορηθούμε από το κρύο πήραμε ένα ζεστό ρόφημα εγώ και μια ζεστή τυρόπιτα ο γιος. Στο μεταξύ στην περιοχή είχε πέσει σύρμα ότι μοιράζονται πράγματα με αποτέλεσμα να έχουν μαζευτεί στο πεζοδρόμιο διάφοροι ενδιαφερόμενοι, όλοι ους δυσκολεμένοι (μετανάστες, χρήστες ουσιών, και κάποιοι άστεγοι) οι οποίοι διεκδικούσαν το μερίδιό τους, λιγότερο ή περισσότερο φωναχτά και κάποιοι δημιουργούσαν εντάσεις. Οι άνθρωποι της Γέφυρας τους έβαλαν στη σειρά και συγχρόνως δημιούργησαν μια αλυσίδα περιφρούρησης για να αποφευχθεί το χάος. Θαύμασα τη σοφή τους αυστηρότητα. Η πολιτική της Γέφυρας είναι να δίνει σε όλους όσους έχουν ανάγκη, ακριβοδίκαια, σε όλους από λίγο για να φτάσουν τα πράγματα γα όσο περισσότερους γίνεται. Ο γιος μου δήλωσε ότι ντρεπόταν να τρώει μπροστά σε αυτούς τους ανθρώπους και κάθισε για λίγο παράμερα μέχρι να τελειώσει.

Κάποτε ήρθε η σειρά μας για δράση. Η ομάδα 14 είμαστε έξι άτομα και συσπειρωθήκαμε γύρω από τον «οδηγό» μας, τον Αντώνη, μέλος της Γέφυρας που είχε περασμένο ταμπελάκι με το όνομα της οργάνωσης στο λαιμό και θα μας καθοδηγούσε στο μικρό μας οδοιπορικό αφού γνώριζε τα στέκια των αστέγων, τα ονόματά τους και θα μας προφύλασσε από τις κακοτοπιές του δρόμου.

Ξεκινήσαμε. Η βόλτα μας υπήρξε αρκετά μεγάλη διότι οι άστεγοι που συναντούσαμε είχαν ήδη πάρει πακέτο βοήθειας από τις προηγούμενες ομάδες εθελοντών. Φτάσαμε στο Μεταξουργείο και γυρίσαμε μέσω Ομόνοιας. Ο καθένας από τους έξι μας κρατούσε από μια σακούλα τρόφιμα. Παρακολουθούσα με διακριτικότητα τον γιο μου να παρατηρεί ή μάλλον να «ρουφάει» το περιβάλλον: κινέζικα μάρκετ με υπερμεγέθεις ταμπέλες με ιδεογράμματα με τα φώτα τους ακόμα ανοιχτά, φθηνά εστιατόρια με έθνικ κουζίνες, ασιατικές, ρωσικές, και άλλες, μεγάλες αντρικές παρέες μεταναστών με θυμό στο βλέμμα στα πεζοδρόμια, είσοδοι μπουρδέλων στη σειρά βαμμένες σε ζωηρά χρώματα, το απαραίτητο φωτάκι, ανοιχτή πόρτα και φανερή κίνηση θαμώνων, τοξικομανείς που ετοιμάζανε τη δόση τους στα πεζοδρόμια σε κάτι καπάκια μπίρας, ένα στενό σπαρμένο με χρησιμοποιημένες σύριγγες και τις νάυλον συσκευασίες τους, κάτι εγκαταλειμμένα κουφάρια νεοκλασικών που κάποτε στέγαζαν το εμπορικό στο ισόγειο και τη φαμίλια στον όροφο, άλλα πιο ταπεινά μονώροφα εμπορικά κι αυτά ερημωμένα… Και βέβαια ένα σωρό συμπολίτες μας με όψη ταλαιπωρημένη από κακουχίες, άδειο βλέμμα, που συχνά μιλάνε μόνοι τους, και που οι χαρές τους, οι αγωνίες και οι φόβοι τους χωρούν σε ένα σούπερ σάιζ χαρτόκουτο και δύο νάυλον σακούλες.

Τελικώς οι δικές μας σακούλες μας με το περιεχόμενό τους βρήκαν τον προορισμό τους σε μια ομάδα Σύρων προσφύγων που περίμεναν το πούλμαν που θα τους οδηγούσε στα σύνορα κι από εκεί στο όνειρο της βόρειας Ευρώπης. Κάποιοι εξ’ αυτών μας ευχαρίστησαν ιδιαίτερα θερμά, κάποιοι άλλοι μας κοίταζαν κουμπωμένοι. Και τα δύο αναμενόμενα.

Δεν θα μιλήσω για την αλληλοβοήθεια που εννοείται ότι ήταν ο πυρήνας αυτής της δράσης. Θα μιλήσω για γνώση, για γνωριμία με τον άλλο, τον αποτυχημένο, τον σκοτεινό άλλο (και τη σκοτεινή πλευρά του δικού σου εαυτού), αυτόν που δεν ξέρεις, πιθανότατα δεν γουστάρεις να γνωρίσεις και που προτιμάς να σκέφτεσαι ότι δεν υπάρχει. Και όχι, το ότι είσαι άστεγος δεν σε κάνει αυτομάτως συμπαθή, καθένας έχει το χαρακτήρα του και σίγουρα φέρει και ένα μερίδιο ευθύνης για το ότι βρέθηκε σ’ αυτή τη θέση, χωρίς να μπορεί ή χωρίς να θέλει να ζητήσει βοήθεια από το προσωπικό του ανθρώπινο δίχτυ ασφαλείας. Σε μια εποχή που η πλειονότητα των οικογενειών με παιδιά έχει μετοικήσει στα προάστια, δεν έχει σημασία αν αυτά είναι βόρεια ή δυτικά, προάστια ευκατάστατων αστών ή μικρομεσαίων, τα παιδιά και κυρίως οι έφηβοι έχουν ξεκόψει από τον ιστό της πόλης, την πραγματικότητά της, τις εικόνες της, τους κινδύνους της, το πολυποίκιλο ανθρώπινο δυναμικό της. Και προσωπικά βρίσκω εντελώς απαραίτητο για αυτά τα παιδιά, ιδίως τα μεγαλύτερα, να μάθουν από πρώτο χέρι τι συμβαίνει στην καρδιά της πόλης, πώς γίνονται οι δοσοληψίες στην κεντρική αγορά, να κόψουν φάτσες, να ζυγίσουν βλέμματα, να ξεχωρίσουν αληθινά από ψεύτικα χαμόγελα, να νιώσουν πώς είναι να μιλούν γύρω τους ξένες γλώσσες (εκτός της αγγλικής) και να μην καταλαβαίνουν γρι και πάνω απ όλα να γνωρίσουν τους συμπολίτες τους που οι χαρές τους, οι αγωνίες και οι φόβοι τους χωρούν σε ένα σούπερ σάιζ χαρτόκουτο και δύο νάυλον σακούλες.

Ο Κ όταν είδε την κατάσταση των ανθρώπων στα πεζοδρόμια είπε «Ξέρεις, κάποιοι συμμαθητές μου δεν θα πιστέψουν ότι αυτά που είδα, υπάρχουν». Κι αν δεν συνειδητοποιήσουν ότι ο παραλογισμός, η αθλιότητα, η αδικία και η ασχήμια υπάρχουν, τότε πώς κάποια από αυτά τα παιδιά θα θυμώσουν με αυτά για να τα ανατρέψουν και να γίνουν μέρος της λύσης σε μερικά χρόνια. Με τη συμμετοχή τους σε τέτοιου είδους δράσεις ανακαλύπτουν πως είναι ικανά να κάνουν πράγματα για να αλλάξουν καταστάσεις.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να σας παρασύρω μέσα στο λαβύρινθο της νυχτερινής Αθήνας, που μιλάει πολλές γλώσσες, που πεινάει, που βρωμάει, που χτυπάει ενέσεις, που εκδίδεται, και που αν παραδεχτούμε την ύπαρξή της στον εαυτό μας και στα παιδιά μας, υπάρχει η ελπίδα την αλλάξουμε. Με πολλή και «βρώμικη» δουλειά.

Εδώ θα βρείτε τα στοιχεία επικοινωνίας της Γέφυρας, αν θέλετε να προσφέρετε το χρόνο σας ή τον οβολό σας.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Χριστουγεννιάτικοι γερανοί

Διέσχιζα την Βασιλέως Κωνσταντίνου με το αυτοκίνητο κι εκεί στο ύψος της Εθνικής Πινακοθήκης τους είδα να χορεύουν συντονισμένα πάνω απ’ το κεφάλι μου: ήταν δύο και ήταν λες και εκτελούσαν χορογραφία – καπρίτσιο της τύχης, το ξέρω, μα μου έδωσαν πολύ χαρά. Δυο γερανοί ήταν, σιδερένιοι, που συμμετείχαν στα έργα επέκτασης της Εθνικής Πινακοθήκης και όπως έχω ξαναγράψει αγαπώ πολύ τα εργοτάξια και τους γερανούς. Με προετοιμάζουν για κάτι καινούριο που πρόκειται να γεννηθεί και μου προκαλούν παιδικό ενθουσιασμό. Δυστυχώς δεν μπορούσα να τους βγάλω φωτογραφία μιας και τα δυο μου χέρια ήταν απασχολημένα στο τιμόνι.

geranos_monastiraki

Όμως στον περίπατό μου στο Μοναστηράκι λίγες μέρες αργότερα συνάντησα έναν άλλο γερανό, μοναχό του αυτήν τη φορά, μάρτυρα των έργων μεταστέγασης του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. Κι επειδή το φως του απογεύματος έδινε μια πολύ ιδιαίτερη παλέτα χρωμάτων μπήκα στον πειρασμό να τον φωτογραφήσω.

Γι’ αυτό το κάτι καλύτερο που περιμένουμε μέσα μας να γεννηθεί. Καλά Χριστούγεννα! Καλά Χριστούγεννα και όχι καλές γιορτές γενικώς και αορίστως, είτε είστε χριστιανοί είτε όχι, είτε θρησκεύεστε είτε δεν θρησκεύεστε, διότι η γέννηση του καινούριου είναι σημαντικό γεγονός που μεταμορφώνει τη ζωή.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Μια χαραμάδα φως

Η χτεσινή ημέρα ήταν λουσμένη στον ήλιο. Η τύχη μου με έφερε δίπλα στη θάλασσα και ρούφηξα το φως άπληστα, τρεις ώρες σερί. Το δάσος του Σχινιά (για να αποκαλύψω και πού ήμουνα) ανέδινε το χαρακτηριστικό άρωμα των πευκοβελόνων όσο κρατούσε η πρωινή υγρασία. Εναλλάξ έφτανε στα ρουθούνια και η μυρωδιά του ιωδίου από το κύμα. Πήγα στον Σχινιά για να παρακολουθήσω τα «Μαραθώνια», ένα ετήσιο αθλητικό γεγονός ανώμαλου ανώμαλου δρόμου στο οποίο συμμετείχε για πρώτη φορά ο γιος μου, 2000 μέτρα, κούρσα αντοχής. Κατά καιρούς συμμετείχε και σε άλλους αγώνες όπως είχα γράψει εδώ κι εδώ.

anomalos_dromos

Η μέρα καταγράφεται ως σημαντική για την οικογενειακή μας ιστορία, όχι εξαιτίας κάποιου μεταλλίου ή άλλης εξαιρετικής διάκρισης αλλά επειδή ήταν ο πρώτος αγώνας στον οποίο ο γιος μου τιθάσεψε το άγχος του και αφέθηκε να ευχαριστηθεί το τρέξιμο που τόσο αγαπάει από την αρχή μέχρι το τέλος. Μου είπε τα εξής: Του άρεσε που πατούσε χώμα αντί για ταρτάν και που είχε να παλέψει με φυσικά εμπόδια όπως λακκούβες, προεξοχές βράχων, θάμνους, πεσμένους κορμούς. Οι παγίδες της φύσης έδιναν λέει, πραγματικό νόημα στη δοκιμασία (του θύμισαν, λέει, την ταινία Hunger Games). Του άρεσε ακόμα που μπορούσε να ακουμπάει το βλέμμα στο πράσινο των δέντρων (είναι και ρομαντικός) και που δεν χρειαζόταν να έχει οπτική επαφή με τους θεατές παρά μόνο στην αρχή και στον τερματισμό. Του άρεσε που έτρεχε στην ηρεμία του δάσους, που δεν ένιωθε τα μάτια του κοινού καρφωμένα πάνω του, που άκουγε μόνο το τρίξιμο των παπουτσιών, των δικών του και των συναθλητών του πάνω στο έδαφος.

Εμένα μου άρεσε το χαμόγελό του που έφτανε στα μάτια και το ήρεμο, χορτάτο βλέμμα μετά τον αγώνα. Σαν να μεγάλωσε λίγο το παιδί μου αυτή τη μέρα. Και μετά ήπιαμε πορτοκαλάδα με καλαμάκι από το μπουκάλι και ελληνικό καφέ σερβιρισμένο ταβερνίσια, σε γυάλινο ποτήρι «Γιούλα» δίπλα στο κύμα – στην κυριολεξία. Και μιλήσαμε κάμποσο. Για τις καλύτερες στιγμές του αγώνα. Για τις πιο αστείες στιγμές του αγώνα. Και για άλλα μικρά και μεγάλα της ζωής.

Ήταν μια χαραμάδα φως μέσα σε μια ιδιαίτερα σκοτεινή περίοδο. Τυχεροί που έχουμε τον ήλιο της Αττικής. Ακόμα πιο τυχεροί όσοι έχουμε τον προσωπικό μας ήλιο να μας ζεσταίνει.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Λαχείο αγοράσατε;

Αν έχεις γευτεί τη μοναξιά κάνεις αμέσως eye contact με τον Justino. Η φάτσα του μου θυμίζει κάποιον φίλο μου. Τα μάτια του χαμογελάνε τρυφερά και ελαφρά θλιμμένα. Είναι χιουμορίστας όμως και διασκεδάζει τις δύσκολες στιγμές του. Ο Justino είναι νυχτερινός φύλακας σε ένα εργοστάσιο που κατασκευάζει κούκλες βιτρίνας (μανεκέν). Η δουλειά του είναι από τη φύση της μοναχική κι εκείνος δίνει σχήμα και νόημα στις ώρες του σκαρώνοντας χιουμοριστικές σκηνές με τις κούκλες για να τις βρουν οι πρωινοί εργαζόμενοι στην εταιρεία. Η αλήθεια είναι ότι τους φτιάχνει τη μέρα. Με αποκορύφωμα το χριστουγεννιάτικο δέντρο από μανεκέν που φωτίζει με ευρηματικό τρόπο.

Στην Ισπανία συνηθίζεται οι εργαζόμενοι σε μια εταιρεία να αγοράζουν από κοινού χριστουγεννιάτικο λαχείο (κάτι σαν το δικό μας πρωτοχρονιάτικο) στο πνεύμα της αλληλοϋποστήριξης και του μοιράσματος. Ο Justino δεν πρόλαβε να προσθέσει το όνομά του στη λίστα του λαχείου γιατί η λίστα σε ανύποπτο χρόνο γλίστρησε από τον πίνακα ανακοινώσεων και έπεσε κάτω. Οι συνάδελφοί του όμως φέτος κερδίζουν τον τυχερό αριθμό! Ο Justino το διαβάζει στην εφημερίδα καθώς πηγαίνει με το μετρό στη δουλειά. Μελαγχολεί μα… αυτά έχει η ζωή. Και τη στιγμή που μπαίνει στο εργοστάσιο για να πιάσει βάρδια… η ανατροπή. Και μπίνγκο: δάκρυα στα μάτια. Να σημειωθεί ότι δεν τα έχω εύκολα αυτά τα υγρά. Ναι, οι συνάδελφοί του τον θυμηθήκανε, ναι τον υπολογίσανε. Το όνομά του είχε μπει στη λίστα από κάποιο πραγματικά συναδελφικό χέρι.

Πήγε η καρδούλα μου στη θέση της. Να που τελικά και ο Justino είχε κάποιον να τον νοιάζονται. Τι ανακούφιση, κι ας είναι κινούμενα σχέδια! Έχω κι εγώ κάποιον που με νοιάζεται κι ας γκρινιάζω πού και πού. Σήμερα το πρωί βρήκα τακτοποιημένη από τα χεράκια του μια γωνιά της προσωπικής μου ακαταστασίας στην κουζίνα.

lottery_justino

Με αυτό λοιπόν το βιντεάκι του ισπανικού οργανισμού λαχείων, και ολίγον συγκινημένη, ως άλλος δήμαρχος κηρύσσω την έναρξη του φετινού εορτασμού των Χριστουγέννων! Στολιστείτε!

Συνεχίστε την ανάγνωση

A photo is a bond

Three cities – three milestones: Nafplion, Athens, Chicago. Three sisters: Marika, Angeliki (my grandmother) and Ioulia. Marika got married to a Greek-American grocery man just before world war II and moved with him to Chicago, USA. This photo was taken in 1960 in Athens, the only time that Marika visited Greece after her marriage. I got hold of it via my cousin Elena (Marika’s granddaughter) who lives in Chicago. This is one of the good things about Facebook and the web. You get to know valuable things that you wouldn’t notice otherwise. Our aunt who lives in Athens gave this photo to my Chicago cousin as a gift when Elena visited Greece a few years ago. So the photo traveled around for a while before reaching me.

old_photo

I love the American branch of my family tree. For as long as I remember, cards and family photos kept coming and going over the Atlantic on Christmas, Easter and all important family occasions. Yet, after 1989, when one by one my American cousins visited Greece as a coming of age journey to discover their Greek roots, they became more than just familiar faces in the pictures. They became my cousins, young people with beautiful smiles who warmed my heart. And then in 1998 when I visited the family in Chicago I felt as if I have always lived with them. My uncle and aunts welcomed me warmly and their grandchildren offered me a real home during my stay. My stay with them imbued our relationship with the intimacy associated with close friends who live in the same neighborhood or town with you. By meeting and spending time with my American cousins, I had the opportunity to have an extended family, very important for someone like me, who was raised by two parents who are both only children! Today, 25 years later, I feel we still nurture the affectionate bond between us.

The three sisters depicted in the photo are no longer alive. Nevertheless, the little girl and the young man dressed in uniform are thriving. The little girl is my Athenian aunt who is a very lively person in her sixties whereas the young man is my beloved uncle who lives in Chicago with his wife, four children and three grandchildren. I am saving money to be able within the next few years to travel again to the US, this time with my son. I want him to have the chance I had and meet his cousins and his uncles and create his own bonds. I wish to everyone who shared this part of my family history to empower the relationships with people who mean a lot to them and also create new ones.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ψάρια, ψαράκια, ψαρούκλες

Μία από τις αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας είναι η κυριακάτικη έξοδος – εκδρομή στην Ανάβυσσο, καλοκαίρι, για ψάρι. Στην ταβέρνα η οικογένεια ξεκοκάλιζε τηγανητά μπαρμπούνια ενώ εγώ έπαιζα τα ρουθούνια μου με απέχθεια και κατάπινα λαδερές τηγανητές πατάτες. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Πρώτα ενέδωσα στις χάρες του ψητού ψαριού, αργότερα στου τηγανητού και μετά μπήκαν στο διαιτολόγιό μου βραστό και πλακί. Ωστόσο αυτό με το οποίο δεν εξοικειώθηκα ποτέ είναι το μαγείρεμα του ψαριού. Ομολογώ ότι η μαγειρική μου δεινότητα μέχρι τώρα έφτανε στο να φουρνίζω κατεψυγμένα κομμάτια ψαριού από το «πακέτο». Και τώρα είναι η σειρά του δικού μου παιδιού να σουφρώνει αποδοκιμαστικά τη μύτη του! ΓΙ’ αυτό, η παρουσίαση του σεφ Λευτέρη Λαζάρου για τη διατροφική αξία των φρέσκων ψαριών και τους τρόπους μαγειρέματός τους που γινόταν στα εκπαιδευτήρια ο Πλάτων μου ήρθε «κουτί».

lazarou_1

Ήταν μία από τις τελευταίες γλυκές ημέρες του Οκτώβρη κι έτσι απολαύσαμε την παρουσίαση al fresco, κάτω από τα πεύκα. Ήμουν θετικά προδιατεθειμένη απέναντι στον Λαζάρου από τότε που τον είδα να συμμετέχει στο σποτάκι για την προστασία του γόνου. «Το μικρό (μωρό) ψάρι δεν είναι λιχουδιά, είναι έγκλημα» μας επιβεβαίωσε και δια ζώσης. Φυσικά στο χώρο στήθηκε μια μικρή κουζίνα και φυσικά ο διάσημος σεφ μας μαγείρεψε και μας φίλεψε κιόλας.

Όμως προτρέχω. Γιατί μέχρι να γίνουν όλα αυτά ο ταλαντούχος σεφ μας φιλοδώρησε με πολλά μυστικά για την ψαρίσια μαγειρική. Πρώτο και σημαντικότερο μας αποκάλυψε τα σημεία ελέγχου της φρεσκάδας ενός ψαριού.
• Η ύπαρξη γλίτσας (σάλιου) πάνω στο ψάρι είναι ένδειξη φρεσκάδας.
• Η νεκρική ακαμψία είναι ένδειξη φρεσκάδας (πιέζω με το δάχτυλο για να βεβαιωθώ)
• Τα μάτια του φρέσκου ψαριού διατηρούν το χρώμα και τη γυαλάδα τους. Ασπρίζουν με τον πάγο όσο περνάει ο καιρός γι’ αυτό και ο ψαράς τοποθετεί το ψάρι έτσι ώστε το μάτι να μένει έξω από τον πάγο.
• Τα βράγχια του φρέσκου ψαριού κανονικά είναι άοσμα.

lazarou_4

Αν αγοράσουμε ψάρι και έχουμε σκοπό να το αφήσουμε στο ψυγείο μέχρι την επομένη, χρειάζεται να το ακουμπήσουμε πάνω σε μια πρασινάδα, π.χ. δυο μαρουλόφυλλα. Κι αυτό γιατί αν το αίμα του ψαριού έρθει σε επαφή με το σκεύος, βρωμάει. Άσχημη μυρωδιά μπορεί να προέρχεται και από την τροφή που έφαγε το ψάρι λίγο πριν το πιάσουν και έμεινε να σαπίζει στην κοιλιά του (τα ψάρια έχουν αργή πέψη).

Σε χρόνο ρεκόρ ετοιμάστηκαν τρεις συνταγές. Θαύμασα τη μαεστρία του σεφ στο φιλετάρισμα των ψαριών. Γνώριζε ακριβώς πού πρέπει να μπει η λεπίδα και σε ποιο βάθος. Εξάλλου, η πρώτη του κίνηση όταν έφτασε στον χώρο «δημιουργίας» του ήταν να ανοίξει μια μικρή τσάντα και να βγάλει με τρυφερότητα τα μαχαίρια του που τα είχε τυλιγμένα ένα – ένα σε πετσετούλες, σαν μωράκια. Δεν το συζητώ βέβαια ότι στην δική μου περίπτωση θα το φιλετάρει το παλικάρι με τις γαλότσες στο ψαράδικο του σουπερμάρκετ!

lazarou_8a

 

Και για να μη νομίσετε ότι θέλω να κρατήσω τις συνταγές για πάρτη μου ιδού οι οδηγίες για λαυράκι στο τηγάνι:
Φιλετάρουμε το ψάρι (εμείς ή ο ψαράς). Ρίχνουμε τα υγρά στο τηγάνι: νερό με αλάτι για το ψήσιμο του ψαριού που το αρωματίζουμε με ξύσμα λεμονιού. Μετά τα λιπαρά: λίγο λάδι. Ψιλοκόβουμε ντομάτα και μαϊντανό και τα ρίχνουμε και αυτά στο νερό. Τα αφήνω να βράσουν για να αρωματιστεί το νερό. Ρίχνω και τα φιλέτα του ψαριού και τα ψήνω για δύο λεπτά στο τηγάνι (ναι, καλά ακούσατε). Αποσύρω το ψάρι από τη φωτιά. Προσθέτω κορν φλάουρ στο ζουμί και ανακατεύω σε υψηλή θερμοκρασία για να «δέσει» η σάλτσα. Περιχύνω τα φιλέτα του ψαριού με τη σάλτσα. Προσθέτω από πάνω λίγο ωμό λάδι και μαϊντανό για το γαρνίρισμα. Έτοιμο! Το δοκιμάσαμε κιόλας, ήταν ωραιότατο.

Τώρα αν «ζεσταθήκατε» και ετοιμάζεστε για ψώνια, να θυμάστε ότι η μερίδα ενός ενηλίκου αντιστοιχεί σε 600 γραμμάρια αμαγείρευτου ψαριού. Γιατί κάτι τα κόκαλα, κάτι τα λέπια συν η φύρα του μαγειρέματος, τι μένει τελικά;

lazarou_6

Για ολόκληρο ψάρι ανάβουμε λέει τον οικιακό μας φούρνο στους 200°C για γκριλ χωρίς αέρα. Χρησιμοποιούμε βαθύ ταψί και το βάζουμε ψηλά, σχεδόν να ακουμπάει την γκρίλια (αντίσταση). Κι αν θέλουμε να ψήσουμε το ψάρι στα κάρβουνα; έπεσε η ερώτηση. Σε αυτό ο Λευτέρης Λαζάρου απάντησε με τη γαλλική παροιμία «Μάγειρας γίνεσαι αλλά ψήστης γεννιέσαι!» οπότε ας το αφήσουμε λέει, καλύτερα στους επαγγελματίες! Καλή μας όρεξη!

Συνεχίστε την ανάγνωση

Αγιοδημητριάτικο

Του Αγίου Δημητρίου γιόρταζε ο παππούς μου ο Μήτσος, γηγενής της πλατείας Αττικής. Τον γιορτάζαμε ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, λόγω κλειστών σχολείων και γραφείων, στο σπίτι που έζησε μια ζωή, μια μονοκατοικία κοντά στον Άγιο Νικόλαο, σε ένα δρομάκι που ήταν λέει χωμάτινο μέχρι το ’70. Το εορταστικό κλίμα περιελάμβανε φιλιά και ευχές, κατσικάκι με πατάτες στο φούρνο συνοδεία γαργαλιστικής ευωδιάς, χρυσάνθεμα στο βάζο της σάλας και το κέρασμα ήτανε μάλλον μπακλαβάς αλλά δεν καλοθυμάμαι κιόλας γιατί ήμουν περίεργο παιδί πριν τα δώδεκα και δεν μου πολυαρέσανε τα γλυκά. Και βέβαια μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό βλέπαμε στη μεγάλη ασπρόμαυρη οθόνη εικόνες από την παρέλαση της σημαιοστολισμένης και συνήθως βρεμένης Θεσσαλονίκης.

agiodimitriatiko_2

Η Θεσσαλονίκη που γνώριζα εγώ καλύτερα ήταν εκείνη που έβλεπα τέλος Αυγούστου όταν γύριζα από τις διακοπές στον άλλο μου παππού στη βόρεια Ελλάδα και κάναμε στάση στην πρωτεύουσα του βορρά για να επισκεφθούμε τους σαλονικιούς θείους. Τότε που οι κεντρικές βιτρίνες της πόλης ήταν γεμάτες μπλε ποδιές Λάουρα και Τσεκλένης, με άσπρα γιακαδάκια, τριζάτες και λαμπερές από την καινουργίλα – το αντικείμενο του πόθου μου που δεν φόρεσα ποτέ, μια που στο σχολείο που φοιτούσα, ήταν υποχρεωτική μια ξενέρωτη στολή, γκρίζα φούστα – γκρίζο πουλόβερ, χειμώνα – καλοκαίρι. Η ποδιά με παρέπεμπε σε κορίτσια με μέση δαχτυλίδι, στα ερωτιάρικα νιαουρίσματα της Αλίκης στη μικρή οθόνη. Είχε αίγλη και θηλυκότητα στα μάτια της εφτάχρονης, οχτάχρονης, εννιάχρονης που υπήρξα. Μετά αλλάξανε οι νόμοι και οι καιροί και φύγανε οι ποδιές και από τις τάξεις και από τις βιτρίνες. Κρατιέμαι να μη γελάσω όταν σκέφτομαι πόσο τις μισήσανε αντίστοιχα οι περισσότερες συνομήλικές μου.

Χρόνια μετά, ο παππούς έχει πια πεθάνει, η μονοκατοικία στον Άγιο Νικόλαο δεν υπάρχει πια και οι ποδιές είναι μουσειακό είδος, έτυχε να βρεθώ στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν τη μεγάλη γιορτή της. Το κρύο τσιμπούσε ευχάριστα και η μεγάλη προμενάδα στο λιμάνι σε καλούσε να δοκιμάσεις τις δυνάμεις σου στο περπάτημα κάτω από μια ατελείωτη σειρά κόκκινα φωτάκια – μην πάει ο νους σας στο κακό, πρόκειται για σύγχρονο βιομηχανικό ντιζάιν… Επίσκεψη στον παππού το Μήτσο δεν μπορώ να πάω πια αλλά έχω μια φίλη καρδιακή της οποίας τα γενέθλια γιορτάζουμε κάθε χρόνο την επομένη του Αι Δημήτρη με όλες τις τιμές. Και σήμερα φυτεύω καινούρια χρυσάνθεμα στο μπαλκόνι μου. Κρατήστε τις μνήμες σας ζωντανές και τα πάθη σβηστά – τα πάθη είπα, όχι το πάθος. Γίνεται! Χρόνια πολλά Ελλάδα!

Συνεχίστε την ανάγνωση