Γυρνούσα σπίτι και ήταν πια εντελώς νύχτα όταν δυο γωνίες παραπάνω αιφνιδιάστηκα από μια μεγάλη μαύρη τρύπα πιο σκοτεινή κι από τη νύχτα. Είχαν γκρεμίσει μια παλιά μονοκατοικία και είχαν ήδη περιμαζέψει το κουφάρι της και αποψιλώσει τον πρώην κήπο. Δεν είχα περπατήσει τις τελευταίες μέρες από εκεί και δεν είχα πάρει είδηση. Ζεματίστηκα. Συμβαίνει βέβαια συχνά τελευταία στα αθηναϊκά προάστια απλώς δεν μπορώ να το συνηθίσω.
Πριν έναν χρόνο είχαν βγάλει έξω από τη μάντρα του εν λόγω σπιτιού διάφορα παλιά αντικείμενα. Τώρα που συνδέω τα δύο γεγονότα, μάλλον ο ένοικος του σπιτιού αποδήμησε εις Κύριον και έβγαλαν στον δρόμο ό,τι δεν ήθελαν να κρατήσουν πια. Μάλιστα είχα μαζέψει από εκείνη την αλλόκοτη συλλογή αντικειμένων έναν μικρό πίνακα ζωγραφικής κάποιου ερασιτέχνη με πια ταπεινή μάλλον χειροποίητη κορνίζα, πιθανώς έργο κάποιου φίλου ή συγγενή του αποθανώντος, επειδή μου άρεσαν τα χρώματα και η αίσθηση που απέπνεαν τα ζωγραφισμένα τριαντάφυλλα κι ας μην ήταν το απαύγασμα της τέχνης.

Και τώρα αποφάσισαν να δώσουν την παλιά κατοικία αντιπαροχή προς εκμετάλλευση. Δεν κρίνω, μπορεί να χρειάζονται αυτά τα χρήματα για να βελτιώσουν, να προχωρήσουν τη ζωή τους. Απλώς, γνωρίζοντας εμπειρικά πόσο μεγάλοι είναι οι συντελεστές δόμησης, κάνω μέσα μου την κηδεία ενός ακόμη κήπου αυτής της πόλης. Ένας κήπος λιγότερο σε ομορφιά, σε ανάσα, σε χώμα, σε καταφύγιο για γάτες, πετεινά το ουρανού και ζωύφια.