Εκείνη την ημέρα το απογευματινό φως του ήλιου περνούσε λες από κάτι αόρατα φίλτρα και χρωμάτιζε αλλιώτικα ό,τι έβλεπα. Απλώς διέσχιζα με το αυτοκίνητο τη Λεωφόρο Πεντέλης σε μια συνηθισμένη διαδρομή και θα έβαζα την οδήγηση στον «αυτόματο» αλλά η τύχη και η ιδιοτροπία του ανοιξιάτικου ήλιου να πέφτει σαν προβολέας σε ό,τι άγγιζε μου έφεραν τρία μαγικά συναπαντήματα.
Σταματώ στο φανάρι για τους πεζούς και να το πρώτο. Γιαγιά συνοδεύει εγγονή επτά-οχτώ χρονών με μικρό σακίδιο – μελισσούλα στην πλάτη. Τι να έχει άραγε μέσα; Βιβλία αγγλικών, πουέντ για το μπαλέτο ή απλώς τα απαραίτητα για την επίσκεψη της δεσποινίδος στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς; Η μικρή διασχίζει τη διάβαση χοροπηδώντας ανάλαφρα και σαλεύουν οι κεραίες, αναπηδάνε μπροστά στα μάτια μου και οι κίτρινες και πορτοκαλί ρίγες. Έτοιμες να πετάξουν είναι, μέλισσα και κορίτσι.
Στο επόμενο φανάρι παππούς κρατάει σφιχτά από το χεράκι δίχρονο πιτσιρίκο με μεγάλα μάτια γεμάτα περιέργεια. Ο παππούς έχει περασμένη στον ώμο διάφανη πλαστική τσάντα με αυτοκινητάκια, φτυαράκια και άλλα παραφερνάλια. Τους κόβω να επιστρέφουν από την παιδική χαρά ή το πάρκο. Τα μικρά παπουτσάκια τρέχουν γρήγορα το ένα μπροστά από το άλλο για να προλάβουν τα βήματα του παππού και το πράσινο φανάρι για τους πεζούς. Το ελεύθερο χεράκι κρατάει ένα στρογγυλό κέικ που γεμίζει τη μικρή παλάμη και προσπαθεί να το μπουκώσει ολόκληρο στο στόμα.
Έχω φτάσει πια στον προορισμό μου και παρκάρω σε έναν ήσυχο δρόμο προαστίου. Εκεί με συναντά το τρίτο μαγικό πλάσμα. Νεαρή μαμά με φαρδιά ροζ παντελόνα και ασορτί ζακέτα τρέχει πίσω από ένα ποδηλατάκι με εξάχρονη αναβάτιδα με λαμπερό ροζ κράνος που έχει βάλει φτερά στα πόδια της και διασχίζει κάθετα το δρόμο. Πετάει η αλογουρά της μαμάς, πετάνε και τα πόδια της μικρής στα πετάλια. Ήρθε πια η άνοιξη στην πόλη.
Τι γίνεται όταν μια μέρα η έφηβη κόρη / ο έφηβος γιος σας ζητήσει να σερβίρετε οινοπνευματώδη στο πάρτι γενεθλίων του; – μπορεί να παίζει ακόμα με τον Μπομπ το Μάστορα αλλά μη νομίζεις… σου ’ρχεται! Εδώ σε θέλω κάβουρα! Ένας μπαμπάς αποφάσισε να γλιστρήσει κάτω από την πόρτα της κόρης του το παρακάτω σημείωμα:
Αγαπημένη μου Τζένη,
Η μητέρα σου και εγώ σκεφτήκαμε σοβαρά το αίτημά σου να σερβίρουμε κρασί στο πάρτι γενεθλίων που θα κάνεις για τους φίλους σου. Δεν μπορούμε να το δεχτούμε για τους λόγους που ακολουθούν:
Σε αυτή τη χώρα (ΗΠΑ) είναι παράνομο να σερβίρεις αλκοόλ σε άτομα κάτω των 21.
Αν αγνοούσαμε το νόμο και κάποιο παιδί από το πάρτι σου είχε ατύχημα οδηγώντας το βράδυ (στις ΗΠΑ οδηγούν από τα 16) για να γυρίσει σπίτι του, εμείς ως γονείς σου, θα είμαστε νομικά υπεύθυνοι. Και, πράγμα ακόμα πιο σημαντικό, θα αισθανόμασταν και ηθικά υπεύθυνοι.
Αν κάναμε τα στραβά μάτια και αφήναμε τους φίλους σου να φέρουν τα δικά τους ποτέ, στην ουσία θα λέγαμε «Δεν υπάρχει πρόβλημα αν τα παιδιά σας παρανομούν αρκεί εμείς οι γονείς της Τζένης να προσποιηθούμε ότι δεν ξέρουμε τι συμβαίνει. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανέντιμο και υποκριτικό.
Είναι πολύ σημαντικός σταθμός στη ζωή σου να κλείνεις τα δεκαέξι. Ας δούμε μαζί πώς μπορούμε να το γιορτάσουμε με ασφαλή, νόμιμο και διασκεδαστικό τρόπο για όλους μας.
Με αγάπη,
Ο μπαμπάς σου
Βρήκα το γράμμα στο βιβλίο How to Talk So Teens Will Listen and Listen So Teens Will Talk των Elaine Mazlish και Adele Faber. Οι δύο αυτές κυρίες συντονίζουν χρόνια εργαστήρια για γονείς στα οποία διδάσκουν με βιωματικό τρόπο εργαλεία επικοινωνίας που κάνουν πιο αποτελεσματική την επικοινωνία γονέων – εφήβων, εργαλεία που στηρίζονται στο σεβασμό και το νοιάξιμο και από τις δύο πλευρές. Εργαλεία που θα μας βοηθήσουν να τη βγάλουμε καθαρή με τις συγκρούσεις και τις απογοητεύσεις που αναπόφευκτα προκύπτουν καθώς οι έφηβοί μας αναπτύσσονται και προετοιμάζονται να μας αποχωριστούν. Γιατί στη διάρκεια της εφηβείας οι περισσότεροι γονείς νιώθουν την ανάγκη να προστατέψουν, να ασφαλίσουν και να καθοδηγήσουν τα παιδιά τους. Από την δική τους πλευρά οι περισσότεροι έφηβοι νιώθουν την ανάγκη να απομακρυνθούν, να πειραματιστούν και να βρουν μόνοι τους την πορεία τους. Οπότε… μύλος η υπόθεση!
Μου αρέσει ότι προσφέρουν όντως «εργαλεία» και όχι τεχνικές χειραγώγησης της συμπεριφοράς των παιδιών. Α, και αν έχετε μικρότερα παιδιά υπάρχει και το πρώτο εξίσου επιτυχημένο βιβλίο της σειράς How to Talk So Kids Will Listen and Listen So Kids Will Talk που θεωρείται πλέον old classic.
ΥΓ. Ανακάλυψα ότι τα δύο αυτά αγαπημένα μου βιβλία κυκλοφορούν και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη εδώ κι εδώ.
Λίγες μέρες πριν από τα γενέθλια του υιού έπεσα πάνω σε αυτό το όμορφο animation από την Ταϊβάν για την ενηλικίωση και όσο να ‘ναι κάτι χορδές μέσα μου τρίξανε. Ανήμερα των γενεθλίων του, σηκώθηκα το πρωί από το κρεβάτι νωρίτερα από το συνηθισμένο για να φτιάξω το καθιερωμένο πλέον γλύκισμα των γενεθλίων που χρησιμεύει και ως πρωινό: χαλβά σιμιγδαλένιο, αυτό αγαπάει ο εορτάζων.
Και άρχισε η μέρα με εμένα ως άλλη Πυθία να παίρνω εισπνοές πάνω από μια ζεστή κατσαρόλα με γλυκούς ατμούς και ευωδιαστά ξυλαράκια κανέλας. Μόνο που αυτή τη φορά δεν υπολόγισα σωστά το χρόνο και καθώς πλησίαζε επικίνδυνα η ώρα της αναχώρησης για το σχολείο έμπηξα βιαστικά τα κεράκια του διψήφιου αριθμού μέσα στην καυτή σιμιγδαλένια μάζα, τα άναψα και φώτισαν τα μάτια του και μου χάρισε ένα από τα σπάνια πρωινά χαμόγελα αφού τις υπόλοιπες μέρες ρε μάνα νυστάζει και είναι μουρτζούφλης αλλά όχι σήμερα και μετά που έφυγε για το σχολείο έμεινα να κοίταζα τα δυο σβηστά κερένια νούμερα, 1 και 5 για φέτος, τρία χρόνια μείνανε για να αυτοανακηρυχθεί ενήλικας σκέφτηκα.
Και έχει αρχίσει να μεγαλώνει επικίνδυνα το βαρκάκι του παιδιού που δεν είναι πια παιδί αλλά έφηβος, παρά τρία χρόνια ενήλικος. Και όλο πλησιάζει η μέρα που αντί για βαρκούλα θα φανεί το υπερωκεάνιο που θα τον πάρει σε άλλη γη, σε άλλο μέρος, σε άλλη αγκαλιά, σε “άλλα” γενικώς. Σε εκείνα τα άλλα που εγώ θα είμαι απλώς επισκέπτρια. Έμεινα να γλύφω δυο γαλάζιους κόμπους παραφίνης, τα δυο κερένια ποδαράκια του 1 και του 5 που λιώσανε και απέκτησαν δική τους ζωή μέσα στο χαλβά, ενθύμιο της πρωινής μου βιάσης και με τη μυρωδιά των σβησμένων κεριών να μου γαργαλάει τα ρουθούνια.
In the USA of the rocking 60’s, despite the revolutionary twenty somethings, the acceptable career choices for a woman were three: secretary, teacher or nurse. Having turned down the first two options, Patricia landed in college to become a nurse. She was actually doing exceedingly well because she was taking good care of her patients and had a compassionate nature but she had a feeling this was not her life calling. So, after two years of studying hard, she decided to take a break and went on a life journey to Europe together with her friend Elizabeth. Having little money, they hitchhiked here and there and babysitted for wealthy families of the European bourgeois. In one of these European houses, Patricia had the opportunity to read a book about Dr Maria Montessori. A little later during her European wanderings luck brought her at the doorstep of a Montessori school in Holland. Pure coincidence? There is no such thing. The road was now open. Coming back to America she decided to leave nursing and started her training as a Montessori educator under the supervision of Renilde Montessori (Maria Montessori’s granddaughter) in Toronto, Canada.
I believe it is no accident that in the Montessori tradition, teachers are called guides and schools are referred to as communities. It is a great responsibility and a great honor to guide a child through life, show her the way to grasp joy and knowledge, enable her to bloom.
For the last 15 years Patricia Oriti has been acting as a mentor to the guides of a large number of Montessori communities. She offers them coaching, talks, and seminars that aim to refresh their minds on Dr Montessori’s vision of an education that embraces the body, mind, and soul of a child. I am a keen follower of Patricia for the last ten years and I listen to her each time she makes her annual visit to Greece. Her view that the path to become a better parent can be taken any time, whether your child is 6 months or 16 years old, has always been a source of inspiration and hope for me. There is always room for improvement of the parent-child relationship and opportunities for parents and children to become happier and more functional human beings. As long as we don’t stick to our mistakes, dwell into guilt and self loath, and not allow ourselves to get sick from worrying but focus on the strengths we have developed as parents we can use these strengths to make conscious choices, mindful decisions and set feasible goals.
But what is the basis of Montessori educational system? It is a child-centered pedagogical system that has respect for the child’s personality and feelings, employs its own educational means and encourages learning through the senses and through research. One of Montessori’s main principles is that it acknowledges 5 developmental needs for children:
The need for belonging
The need for independence
The need for movement
The need for expression and communication through language
The need for order (external and internal order)
It is our duty as adults to fulfil these developmental needs of the child at all age levels. Interestingly enough, the Montessori approach divides childhood in four levels: 0-6 years old, 6-12 years old, 12-18 years old, and 18-24 years old. I feel intrigued by the Montessori idea that the traits of the first period (0-6) return in the third period (12-18), that is to say, during adolescence. And, being a mom of a 13 year old, I have observed this idea in practice. Do you feel puzzled that the Montessori people acknowledge a fourth level of childhood that starts after 18? Well, don’t. It is a time in life when the “mature teenager” makes decisions for his role and mission in life. For those of us who never had the intuition and courage to define our mission before the age of 24, we had a hard time in the years that followed!
Another aspect of the Montessori education that I am keen on, is the connection it makes with the activities of everyday life (such as producing and preparing the food we eat, cleaning the space we use, washing our clothes, etc) with an emphasis on contribution towards the community. This way the child is taught to cater for himself and then for his family, for his school, for his neighborhood, and for the broader community and gradually to find out what is his mission in the world.
I feel grateful as a parent in having met Patricia Oriti and for all the support, empowerment and inspiration I have drawn from her. In the last five years, there has been a flourishing of Montessori preschool establishments in Athens. Unfortunately, this flourishing doesn’t move onto the next levels of education due to the rigid Greek law system concerning establishment of school units. However, if you are lucky enough to encounter individuals like Patricia, who are dedicated to their cause, embrace children with love and respect and embrace parents with understanding and encouragement, grab the chance and you will not regret a might-have-been!
Την ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου σίγουρα την έχεις διαβάσει και ακούσει και διδαχτεί στο σχολείο. Ο πολυπράγμων Δαίδαλος που από ζήλια φόνευσε τον ανιψιό και προστατευόμενό του Τάλω και εξορίστηκε από τους Αθηναίους για το κρίμα του στην Κρήτη. Εκεί βρήκε καταφύγιο στον βασιλιά Μίνωα μα κάπου στη συνέχεια τα τσουγκρίσανε και ο Μίνωας φυλάκισε μέσα στο Λαβύρινθο τον Δαίδαλο μαζί με τον γιο του Ίκαρο (που είχε στο μεταξύ γεννηθεί από τη σχέση του Δαίδαλου με μια δούλα του Μίνωα).
Ο Δαίδαλος σκαρφίστηκε να φτιάξει φτερά για εκείνον και τον γιο του προκειμένου να δραπετεύσουν από την Κρήτη. Έτσι φορέσανε και οι δυο τα φτερά τους και ξεχυθήκανε στους αιθέρες. Και ο υιός παράκουσε τη συμβουλή του πατέρα να μην πετάει πολύ ψηλά και ενθουσιασμένος πλησίασε τον ήλιο και έλιωσε από τη ζέστη του το κερί που κρατούσε ενωμένα τα φτερά του και πάρτον κάτω στο πέλαγος.
Αυτό που μπορεί όμως να μην σου είπαν οι δάσκαλοί σου ήταν ότι ο Δαίδαλος είχε δώσει και μια δεύτερη συμβουλή στο γιο του: να μην πετάει πολύ χαμηλά, υπερβολικά κοντά στη θάλασσα γιατί το νερό θα βάραινε τα φτερά του και πάλι θα πνιγόταν. Αυτό ξεχνούν να το πουν γονείς και δάσκαλοι όταν προσφέρουν συμβουλές, καθοδήγηση, προσανατολισμό σε αξίες και οράματα.
Εσύ μην το ξεχνάς όμως, και μην ξεχνάς, να το λες και στα παιδιά σου, ο κίνδυνος δεν βρίσκεται μόνο στα πολύ ψηλά, στην πολύ μεγάλη οίηση αλλά και στα πολύ χαμηλά, γιατί αν ονειρεύεσαι συνεχώς πολύ ταπεινά, θα βαρύνουν τα φτερά και δεν θα σε σηκώσουν ποτέ εκεί για να ταξιδέψεις εκεί που θέλεις και λαχταρά η ψυχή σου!
Σάββατο βράδυ, ηλεκτρικός για Μοναστηράκι, περπάτημα στη νυχτερινή και σιωπηλή οδό Αθηνάς μέχρι τη Βαρβάκειο κι εκεί ξαφνικά… πολύς κόσμος. Βρέθηκα εκεί με τον γιο μου (σχεδόν 15) απλώς και μόνο επειδή ανταποκριθήκαμε σε μια πρόσκληση δράσης για την υποστήριξη των αστέγων της Αθήνας που κοινοποιήθηκε στο Facebook από μια ομάδα άγνωστων φίλων σε συνεργασία με το σωματείο Γέφυρα, τα μέλη της οποίας προσφέρουν σημαντική δουλειά στο δρόμο. Οι εικόνες και τα συναισθήματα από εκείνη τη βραδιά είχαν μεγάλη ένταση και για τους δυο μας. Αποφάσισα να τα καταγράψω εδώ κι ας είναι κάπως χύμα κι ανεπεξέργαστα, επειδή τα γραπτά μένουν κι εγώ θέλω να μείνουν και να διατηρηθούν.
Δεν βρήκα τη δύναμη να τραβήξω φωτογραφίες εκείνο το βράδυ. Η φωτό είναι δανεική.
Το εγχείρημα γινόταν στην οδό Αθηνάς, απέναντι από τη Βαρβάκειο Αγορά, μέσα και έξω από το χώρο του Συν Αθηνά του Δήμου Αθηναίων. Εμείς βρεθήκαμε εκεί με πρωτοβουλία του αθλητικού συλλόγου στον οποίο ανήκει ο γιος μου. Όταν φτάσαμε στο χώρο είχανε μαζευτεί πάρα πολλά ρούχα και τρόφιμα, υπήρχε ήδη ένα πλήθος εθελοντών, και είχανε δημιουργηθεί ομάδες διαλογής και ομάδες διανομής (για τα ρούχα και τα τρόφιμα). Οι άνθρωποι του αθλητικού συλλόγου μας εξήγησαν πώς λειτουργούσαν τα πράγματα εκεί κάτω από την επίβλεψη της Γέφυρας και μας σύστησαν στον Τάσο. Ρώτησα τον γιο μου σε ποια ομάδα θα ήθελε να συμμετέχουμε, μου είπε διανομή κι έτσι ξεκινήσαμε το κολύμπι από τα βαθιά.
Μας χώσανε στην ομάδα 14 πράγμα που σήμαινε πως έπρεπε να περιμένουμε περίπου μία ώρα μέσα στο νυχτερινό αγιάζι (χαλάλι του). Ευτυχώς φορούσα το κόκκινο σκουφί μου. Για να παρηγορηθούμε από το κρύο πήραμε ένα ζεστό ρόφημα εγώ και μια ζεστή τυρόπιτα ο γιος. Στο μεταξύ στην περιοχή είχε πέσει σύρμα ότι μοιράζονται πράγματα με αποτέλεσμα να έχουν μαζευτεί στο πεζοδρόμιο διάφοροι ενδιαφερόμενοι, όλοι ους δυσκολεμένοι (μετανάστες, χρήστες ουσιών, και κάποιοι άστεγοι) οι οποίοι διεκδικούσαν το μερίδιό τους, λιγότερο ή περισσότερο φωναχτά και κάποιοι δημιουργούσαν εντάσεις. Οι άνθρωποι της Γέφυρας τους έβαλαν στη σειρά και συγχρόνως δημιούργησαν μια αλυσίδα περιφρούρησης για να αποφευχθεί το χάος. Θαύμασα τη σοφή τους αυστηρότητα. Η πολιτική της Γέφυρας είναι να δίνει σε όλους όσους έχουν ανάγκη, ακριβοδίκαια, σε όλους από λίγο για να φτάσουν τα πράγματα γα όσο περισσότερους γίνεται. Ο γιος μου δήλωσε ότι ντρεπόταν να τρώει μπροστά σε αυτούς τους ανθρώπους και κάθισε για λίγο παράμερα μέχρι να τελειώσει.
Κάποτε ήρθε η σειρά μας για δράση. Η ομάδα 14 είμαστε έξι άτομα και συσπειρωθήκαμε γύρω από τον «οδηγό» μας, τον Αντώνη, μέλος της Γέφυρας που είχε περασμένο ταμπελάκι με το όνομα της οργάνωσης στο λαιμό και θα μας καθοδηγούσε στο μικρό μας οδοιπορικό αφού γνώριζε τα στέκια των αστέγων, τα ονόματά τους και θα μας προφύλασσε από τις κακοτοπιές του δρόμου.
Ξεκινήσαμε. Η βόλτα μας υπήρξε αρκετά μεγάλη διότι οι άστεγοι που συναντούσαμε είχαν ήδη πάρει πακέτο βοήθειας από τις προηγούμενες ομάδες εθελοντών. Φτάσαμε στο Μεταξουργείο και γυρίσαμε μέσω Ομόνοιας. Ο καθένας από τους έξι μας κρατούσε από μια σακούλα τρόφιμα. Παρακολουθούσα με διακριτικότητα τον γιο μου να παρατηρεί ή μάλλον να «ρουφάει» το περιβάλλον: κινέζικα μάρκετ με υπερμεγέθεις ταμπέλες με ιδεογράμματα με τα φώτα τους ακόμα ανοιχτά, φθηνά εστιατόρια με έθνικ κουζίνες, ασιατικές, ρωσικές, και άλλες, μεγάλες αντρικές παρέες μεταναστών με θυμό στο βλέμμα στα πεζοδρόμια, είσοδοι μπουρδέλων στη σειρά βαμμένες σε ζωηρά χρώματα, το απαραίτητο φωτάκι, ανοιχτή πόρτα και φανερή κίνηση θαμώνων, τοξικομανείς που ετοιμάζανε τη δόση τους στα πεζοδρόμια σε κάτι καπάκια μπίρας, ένα στενό σπαρμένο με χρησιμοποιημένες σύριγγες και τις νάυλον συσκευασίες τους, κάτι εγκαταλειμμένα κουφάρια νεοκλασικών που κάποτε στέγαζαν το εμπορικό στο ισόγειο και τη φαμίλια στον όροφο, άλλα πιο ταπεινά μονώροφα εμπορικά κι αυτά ερημωμένα… Και βέβαια ένα σωρό συμπολίτες μας με όψη ταλαιπωρημένη από κακουχίες, άδειο βλέμμα, που συχνά μιλάνε μόνοι τους, και που οι χαρές τους, οι αγωνίες και οι φόβοι τους χωρούν σε ένα σούπερ σάιζ χαρτόκουτο και δύο νάυλον σακούλες.
Τελικώς οι δικές μας σακούλες μας με το περιεχόμενό τους βρήκαν τον προορισμό τους σε μια ομάδα Σύρων προσφύγων που περίμεναν το πούλμαν που θα τους οδηγούσε στα σύνορα κι από εκεί στο όνειρο της βόρειας Ευρώπης. Κάποιοι εξ’ αυτών μας ευχαρίστησαν ιδιαίτερα θερμά, κάποιοι άλλοι μας κοίταζαν κουμπωμένοι. Και τα δύο αναμενόμενα.
Δεν θα μιλήσω για την αλληλοβοήθεια που εννοείται ότι ήταν ο πυρήνας αυτής της δράσης. Θα μιλήσω για γνώση, για γνωριμία με τον άλλο, τον αποτυχημένο, τον σκοτεινό άλλο (και τη σκοτεινή πλευρά του δικού σου εαυτού), αυτόν που δεν ξέρεις, πιθανότατα δεν γουστάρεις να γνωρίσεις και που προτιμάς να σκέφτεσαι ότι δεν υπάρχει. Και όχι, το ότι είσαι άστεγος δεν σε κάνει αυτομάτως συμπαθή, καθένας έχει το χαρακτήρα του και σίγουρα φέρει και ένα μερίδιο ευθύνης για το ότι βρέθηκε σ’ αυτή τη θέση, χωρίς να μπορεί ή χωρίς να θέλει να ζητήσει βοήθεια από το προσωπικό του ανθρώπινο δίχτυ ασφαλείας. Σε μια εποχή που η πλειονότητα των οικογενειών με παιδιά έχει μετοικήσει στα προάστια, δεν έχει σημασία αν αυτά είναι βόρεια ή δυτικά, προάστια ευκατάστατων αστών ή μικρομεσαίων, τα παιδιά και κυρίως οι έφηβοι έχουν ξεκόψει από τον ιστό της πόλης, την πραγματικότητά της, τις εικόνες της, τους κινδύνους της, το πολυποίκιλο ανθρώπινο δυναμικό της. Και προσωπικά βρίσκω εντελώς απαραίτητο για αυτά τα παιδιά, ιδίως τα μεγαλύτερα, να μάθουν από πρώτο χέρι τι συμβαίνει στην καρδιά της πόλης, πώς γίνονται οι δοσοληψίες στην κεντρική αγορά, να κόψουν φάτσες, να ζυγίσουν βλέμματα, να ξεχωρίσουν αληθινά από ψεύτικα χαμόγελα, να νιώσουν πώς είναι να μιλούν γύρω τους ξένες γλώσσες (εκτός της αγγλικής) και να μην καταλαβαίνουν γρι και πάνω απ όλα να γνωρίσουν τους συμπολίτες τους που οι χαρές τους, οι αγωνίες και οι φόβοι τους χωρούν σε ένα σούπερ σάιζ χαρτόκουτο και δύο νάυλον σακούλες.
Ο Κ όταν είδε την κατάσταση των ανθρώπων στα πεζοδρόμια είπε «Ξέρεις, κάποιοι συμμαθητές μου δεν θα πιστέψουν ότι αυτά που είδα, υπάρχουν». Κι αν δεν συνειδητοποιήσουν ότι ο παραλογισμός, η αθλιότητα, η αδικία και η ασχήμια υπάρχουν, τότε πώς κάποια από αυτά τα παιδιά θα θυμώσουν με αυτά για να τα ανατρέψουν και να γίνουν μέρος της λύσης σε μερικά χρόνια. Με τη συμμετοχή τους σε τέτοιου είδους δράσεις ανακαλύπτουν πως είναι ικανά να κάνουν πράγματα για να αλλάξουν καταστάσεις.
Δεν ξέρω αν κατάφερα να σας παρασύρω μέσα στο λαβύρινθο της νυχτερινής Αθήνας, που μιλάει πολλές γλώσσες, που πεινάει, που βρωμάει, που χτυπάει ενέσεις, που εκδίδεται, και που αν παραδεχτούμε την ύπαρξή της στον εαυτό μας και στα παιδιά μας, υπάρχει η ελπίδα την αλλάξουμε. Με πολλή και «βρώμικη» δουλειά.
Εδώ θα βρείτε τα στοιχεία επικοινωνίας της Γέφυρας, αν θέλετε να προσφέρετε το χρόνο σας ή τον οβολό σας.
Η χτεσινή ημέρα ήταν λουσμένη στον ήλιο. Η τύχη μου με έφερε δίπλα στη θάλασσα και ρούφηξα το φως άπληστα, τρεις ώρες σερί. Το δάσος του Σχινιά (για να αποκαλύψω και πού ήμουνα) ανέδινε το χαρακτηριστικό άρωμα των πευκοβελόνων όσο κρατούσε η πρωινή υγρασία. Εναλλάξ έφτανε στα ρουθούνια και η μυρωδιά του ιωδίου από το κύμα. Πήγα στον Σχινιά για να παρακολουθήσω τα «Μαραθώνια», ένα ετήσιο αθλητικό γεγονός ανώμαλου ανώμαλου δρόμου στο οποίο συμμετείχε για πρώτη φορά ο γιος μου, 2000 μέτρα, κούρσα αντοχής. Κατά καιρούς συμμετείχε και σε άλλους αγώνες όπως είχα γράψει εδώ κι εδώ.
Η μέρα καταγράφεται ως σημαντική για την οικογενειακή μας ιστορία, όχι εξαιτίας κάποιου μεταλλίου ή άλλης εξαιρετικής διάκρισης αλλά επειδή ήταν ο πρώτος αγώνας στον οποίο ο γιος μου τιθάσεψε το άγχος του και αφέθηκε να ευχαριστηθεί το τρέξιμο που τόσο αγαπάει από την αρχή μέχρι το τέλος. Μου είπε τα εξής: Του άρεσε που πατούσε χώμα αντί για ταρτάν και που είχε να παλέψει με φυσικά εμπόδια όπως λακκούβες, προεξοχές βράχων, θάμνους, πεσμένους κορμούς. Οι παγίδες της φύσης έδιναν λέει, πραγματικό νόημα στη δοκιμασία (του θύμισαν, λέει, την ταινία Hunger Games). Του άρεσε ακόμα που μπορούσε να ακουμπάει το βλέμμα στο πράσινο των δέντρων (είναι και ρομαντικός) και που δεν χρειαζόταν να έχει οπτική επαφή με τους θεατές παρά μόνο στην αρχή και στον τερματισμό. Του άρεσε που έτρεχε στην ηρεμία του δάσους, που δεν ένιωθε τα μάτια του κοινού καρφωμένα πάνω του, που άκουγε μόνο το τρίξιμο των παπουτσιών, των δικών του και των συναθλητών του πάνω στο έδαφος.
Εμένα μου άρεσε το χαμόγελό του που έφτανε στα μάτια και το ήρεμο, χορτάτο βλέμμα μετά τον αγώνα. Σαν να μεγάλωσε λίγο το παιδί μου αυτή τη μέρα. Και μετά ήπιαμε πορτοκαλάδα με καλαμάκι από το μπουκάλι και ελληνικό καφέ σερβιρισμένο ταβερνίσια, σε γυάλινο ποτήρι «Γιούλα» δίπλα στο κύμα – στην κυριολεξία. Και μιλήσαμε κάμποσο. Για τις καλύτερες στιγμές του αγώνα. Για τις πιο αστείες στιγμές του αγώνα. Και για άλλα μικρά και μεγάλα της ζωής.
Ήταν μια χαραμάδα φως μέσα σε μια ιδιαίτερα σκοτεινή περίοδο. Τυχεροί που έχουμε τον ήλιο της Αττικής. Ακόμα πιο τυχεροί όσοι έχουμε τον προσωπικό μας ήλιο να μας ζεσταίνει.
Three cities – three milestones: Nafplion, Athens, Chicago. Three sisters: Marika, Angeliki (my grandmother) and Ioulia. Marika got married to a Greek-American grocery man just before world war II and moved with him to Chicago, USA. This photo was taken in 1960 in Athens, the only time that Marika visited Greece after her marriage. I got hold of it via my cousin Elena (Marika’s granddaughter) who lives in Chicago. This is one of the good things about Facebook and the web. You get to know valuable things that you wouldn’t notice otherwise. Our aunt who lives in Athens gave this photo to my Chicago cousin as a gift when Elena visited Greece a few years ago. So the photo traveled around for a while before reaching me.
I love the American branch of my family tree. For as long as I remember, cards and family photos kept coming and going over the Atlantic on Christmas, Easter and all important family occasions. Yet, after 1989, when one by one my American cousins visited Greece as a coming of age journey to discover their Greek roots, they became more than just familiar faces in the pictures. They became my cousins, young people with beautiful smiles who warmed my heart. And then in 1998 when I visited the family in Chicago I felt as if I have always lived with them. My uncle and aunts welcomed me warmly and their grandchildren offered me a real home during my stay. My stay with them imbued our relationship with the intimacy associated with close friends who live in the same neighborhood or town with you. By meeting and spending time with my American cousins, I had the opportunity to have an extended family, very important for someone like me, who was raised by two parents who are both only children! Today, 25 years later, I feel we still nurture the affectionate bond between us.
The three sisters depicted in the photo are no longer alive. Nevertheless, the little girl and the young man dressed in uniform are thriving. The little girl is my Athenian aunt who is a very lively person in her sixties whereas the young man is my beloved uncle who lives in Chicago with his wife, four children and three grandchildren. I am saving money to be able within the next few years to travel again to the US, this time with my son. I want him to have the chance I had and meet his cousins and his uncles and create his own bonds. I wish to everyone who shared this part of my family history to empower the relationships with people who mean a lot to them and also create new ones.
Μία από τις αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας είναι η κυριακάτικη έξοδος – εκδρομή στην Ανάβυσσο, καλοκαίρι, για ψάρι. Στην ταβέρνα η οικογένεια ξεκοκάλιζε τηγανητά μπαρμπούνια ενώ εγώ έπαιζα τα ρουθούνια μου με απέχθεια και κατάπινα λαδερές τηγανητές πατάτες. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Πρώτα ενέδωσα στις χάρες του ψητού ψαριού, αργότερα στου τηγανητού και μετά μπήκαν στο διαιτολόγιό μου βραστό και πλακί. Ωστόσο αυτό με το οποίο δεν εξοικειώθηκα ποτέ είναι το μαγείρεμα του ψαριού. Ομολογώ ότι η μαγειρική μου δεινότητα μέχρι τώρα έφτανε στο να φουρνίζω κατεψυγμένα κομμάτια ψαριού από το «πακέτο». Και τώρα είναι η σειρά του δικού μου παιδιού να σουφρώνει αποδοκιμαστικά τη μύτη του! ΓΙ’ αυτό, η παρουσίαση του σεφ Λευτέρη Λαζάρου για τη διατροφική αξία των φρέσκων ψαριών και τους τρόπους μαγειρέματός τους που γινόταν στα εκπαιδευτήρια ο Πλάτων μου ήρθε «κουτί».
Ήταν μία από τις τελευταίες γλυκές ημέρες του Οκτώβρη κι έτσι απολαύσαμε την παρουσίαση al fresco, κάτω από τα πεύκα. Ήμουν θετικά προδιατεθειμένη απέναντι στον Λαζάρου από τότε που τον είδα να συμμετέχει στο σποτάκι για την προστασία του γόνου. «Το μικρό (μωρό) ψάρι δεν είναι λιχουδιά, είναι έγκλημα» μας επιβεβαίωσε και δια ζώσης. Φυσικά στο χώρο στήθηκε μια μικρή κουζίνα και φυσικά ο διάσημος σεφ μας μαγείρεψε και μας φίλεψε κιόλας.
Όμως προτρέχω. Γιατί μέχρι να γίνουν όλα αυτά ο ταλαντούχος σεφ μας φιλοδώρησε με πολλά μυστικά για την ψαρίσια μαγειρική. Πρώτο και σημαντικότερο μας αποκάλυψε τα σημεία ελέγχου της φρεσκάδας ενός ψαριού.
• Η ύπαρξη γλίτσας (σάλιου) πάνω στο ψάρι είναι ένδειξη φρεσκάδας.
• Η νεκρική ακαμψία είναι ένδειξη φρεσκάδας (πιέζω με το δάχτυλο για να βεβαιωθώ)
• Τα μάτια του φρέσκου ψαριού διατηρούν το χρώμα και τη γυαλάδα τους. Ασπρίζουν με τον πάγο όσο περνάει ο καιρός γι’ αυτό και ο ψαράς τοποθετεί το ψάρι έτσι ώστε το μάτι να μένει έξω από τον πάγο.
• Τα βράγχια του φρέσκου ψαριού κανονικά είναι άοσμα.
Αν αγοράσουμε ψάρι και έχουμε σκοπό να το αφήσουμε στο ψυγείο μέχρι την επομένη, χρειάζεται να το ακουμπήσουμε πάνω σε μια πρασινάδα, π.χ. δυο μαρουλόφυλλα. Κι αυτό γιατί αν το αίμα του ψαριού έρθει σε επαφή με το σκεύος, βρωμάει. Άσχημη μυρωδιά μπορεί να προέρχεται και από την τροφή που έφαγε το ψάρι λίγο πριν το πιάσουν και έμεινε να σαπίζει στην κοιλιά του (τα ψάρια έχουν αργή πέψη).
Σε χρόνο ρεκόρ ετοιμάστηκαν τρεις συνταγές. Θαύμασα τη μαεστρία του σεφ στο φιλετάρισμα των ψαριών. Γνώριζε ακριβώς πού πρέπει να μπει η λεπίδα και σε ποιο βάθος. Εξάλλου, η πρώτη του κίνηση όταν έφτασε στον χώρο «δημιουργίας» του ήταν να ανοίξει μια μικρή τσάντα και να βγάλει με τρυφερότητα τα μαχαίρια του που τα είχε τυλιγμένα ένα – ένα σε πετσετούλες, σαν μωράκια. Δεν το συζητώ βέβαια ότι στην δική μου περίπτωση θα το φιλετάρει το παλικάρι με τις γαλότσες στο ψαράδικο του σουπερμάρκετ!
Και για να μη νομίσετε ότι θέλω να κρατήσω τις συνταγές για πάρτη μου ιδού οι οδηγίες για λαυράκι στο τηγάνι:
Φιλετάρουμε το ψάρι (εμείς ή ο ψαράς). Ρίχνουμε τα υγρά στο τηγάνι: νερό με αλάτι για το ψήσιμο του ψαριού που το αρωματίζουμε με ξύσμα λεμονιού. Μετά τα λιπαρά: λίγο λάδι. Ψιλοκόβουμε ντομάτα και μαϊντανό και τα ρίχνουμε και αυτά στο νερό. Τα αφήνω να βράσουν για να αρωματιστεί το νερό. Ρίχνω και τα φιλέτα του ψαριού και τα ψήνω για δύο λεπτά στο τηγάνι (ναι, καλά ακούσατε). Αποσύρω το ψάρι από τη φωτιά. Προσθέτω κορν φλάουρ στο ζουμί και ανακατεύω σε υψηλή θερμοκρασία για να «δέσει» η σάλτσα. Περιχύνω τα φιλέτα του ψαριού με τη σάλτσα. Προσθέτω από πάνω λίγο ωμό λάδι και μαϊντανό για το γαρνίρισμα. Έτοιμο! Το δοκιμάσαμε κιόλας, ήταν ωραιότατο.
Τώρα αν «ζεσταθήκατε» και ετοιμάζεστε για ψώνια, να θυμάστε ότι η μερίδα ενός ενηλίκου αντιστοιχεί σε 600 γραμμάρια αμαγείρευτου ψαριού. Γιατί κάτι τα κόκαλα, κάτι τα λέπια συν η φύρα του μαγειρέματος, τι μένει τελικά;
Για ολόκληρο ψάρι ανάβουμε λέει τον οικιακό μας φούρνο στους 200°C για γκριλ χωρίς αέρα. Χρησιμοποιούμε βαθύ ταψί και το βάζουμε ψηλά, σχεδόν να ακουμπάει την γκρίλια (αντίσταση). Κι αν θέλουμε να ψήσουμε το ψάρι στα κάρβουνα; έπεσε η ερώτηση. Σε αυτό ο Λευτέρης Λαζάρου απάντησε με τη γαλλική παροιμία «Μάγειρας γίνεσαι αλλά ψήστης γεννιέσαι!» οπότε ας το αφήσουμε λέει, καλύτερα στους επαγγελματίες! Καλή μας όρεξη!
Τα όμορφα και τα χρήσιμα βιβλία είναι για να διαβάζονται και να ξαναδιαβάζονται. Νομίζω ότι οι γνώσεις μου χρειάζονται επειγόντως φρεσκάρισμα για να μην μείνω ξανά στην ίδια τάξη. Μήπως και οι δικές σου;
Ακολουθεί μικρή παρουσίαση για το βιβλίο Ερωτική Νοημοσύνη (Mating in Captivity) η οποία είχε δημοσιευτεί με μικρές τροποποιήσεις στο http://www.protagon.gr.
Πρώτα ήταν ο δείκτης νοημοσύνης, έπειτα η συναισθηματική νοημοσύνη. Μόλις είδα «Ερωτική νοημοσύνη» λέω, εδώ είμαστε! Τώρα θα διαφωτιστώ για όλα τα παλαιά μου στραβοπατήματα και θα αποφύγω τα μελλούμενα. Βυθίστηκα στις σελίδες με μία αίσθηση ιερού μυστικισμού ανακατεμένου με αγαλλίαση. Το κείμενο ήταν διατυπωμένο με σαφήνεια, με αναφορές σε περιπτώσεις αληθινών ανθρώπων χωρίς όμως περιττές φλυαρίες και γραμμένο σε ωραία και κατανοητή γλώσσα.
Το βιβλίο πραγματεύεται κυρίως το αν μπορεί να υπάρχει ερωτισμός στις σχέσεις που έχουν εμβαπτιστεί στην οικειότητα: βλέπε γάμος, μακρόχρονη συμβίωση κλπ. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες μας σκάει ένα μυστικό. Όχι πως δεν το ξέραμε δηλαδή, όμως μας υπενθυμίζει ότι στις μέρες μας, απευθυνόμαστε σε ένα και μόνον πρόσωπο ζητώντας του αυτό που παλιά παίρναμε από την κοινότητα: μια αίσθηση σταθερότητας, αξίας και συνέχειας. Ταυτόχρονα, περιμένουμε από τον καλό μας/ την καλή μας ρομαντικά φούμαρα, συναισθηματική και σεξουαλική κάλυψη. Και από εκεί ξεκινούν τα τρία κακά της μοίρας μας!
Η συγγραφέας και ψυχολόγος Esther Perel είναι γυναίκα και μάλιστα κόρη επιζώντων ναζιστικών στρατοπέδων οι οποίοι όταν επέστρεψαν στον κόσμο των ζωντανών ένιωσαν ότι τους ξαναχάρισαν τη ζωή και φρόντισαν να περνούν καλά και να καλλιεργούν την ευχαρίστηση στο γάμο και την οικογένεια τους. Με πείθει ότι έχει μάθει το μάθημά της καλά και από σοφούς δασκάλους.
Μας λέει ότι η αγάπη στηρίζεται σε δυο πόδια, την υποταγή και την αυτονομία και πως αν συγχωνευτούμε με τον άλλον ακυρώνεται η ετερότητα των δύο προσώπων και δεν μπορεί να υπάρξει σχέση. Και μας θυμίζει κάτι που ξέραμε, ότι η οικειότητα μιας πιστής και τρυφερής σχέσης δεν οδηγεί απαραιτήτως στο σεξουαλικό παράδεισο!
Το βιβλίο της βασίζεται στην έρευνα που έχει η ίδια εκπονήσει σε ζευγάρια κάθε ηλικίας, κοινωνικής και οικονομικής τάξης, ετερόφυλα και ομοφυλόφιλα. Μου αρέσει που τονίζει ότι υποβιβάσαμε το σεξ σε λειτουργία και έτσι δε μιλάμε πλέον για την τέχνη του σεξ αλλά για τους μηχανισμούς του. Γι’ αυτό και δε βλέπουμε προκοπή! Η ίδια δεν αναφέρεται πουθενά σε τεχνικές του τύπου «πώς να κρατήσετε το γάμο σας ζωντανό» αλλά σε μια εμπνευσμένη στάση ζωής και καθημερινό ενδιαφέρον για το έτερον ήμισυ. Μιλάει για τον ερωτισμό που κρύβει μέσα του την υποταγή (για άντρες και γυναίκες) και για την ντροπή που εξαφανίζεται όταν το πρόσωπο που αγαπάμε αποδέχεται και επικυρώνει και τις πιο βρώμικες επιθυμίες μας. Εξάρει την ιδιοφυία της ερωτικής φαντασίας να μεταμορφώνει και να αποκαθιστά τα τραύματα του παρελθόντος και αναφέρεται στην αξία ενός καλού ντεντέκτιβ-ψυχολόγου που θα «διαβάσει» και θα ερμηνεύσει το παρελθόν της παιδικής μας ηλικίας.
Μας λέει για την τρικυμία που περνά η ερωτική ζωή του ζευγαριού μόλις οι δυο τους γίνουν γονείς και για την οποία δε μας προειδοποίησε κανείς! Μας προκαλεί να γίνουμε φύλακες της ερωτικής φλόγας της ερωτικής σχέσης που διατηρούμε, μας κάνει να χαμογελάσουμε με τις πολιτισμικές διαφορές μέσα στον περιορισμένο δυτικό μας κόσμο, όπου η εγκυμοσύνη αποτελεί κεφάλαιο της ιατρικής στη Νέα Υόρκη και κεφάλαιο της συναισθηματικής εκπαίδευσης στο Παρίσι, συνέπεια της σωματικής απόλαυσης.
Κλείνω με μια φράση της που λέει ότι ίσως το σεξ είναι το τελευταίο παιχνίδι που επιτρέπουμε στους εαυτούς μας ως ενήλικες, μια γέφυρα με την παιδική μας ηλικία. Ας τη διαβούμε με χάρη και με μια μικρή, γλυκιά αίσθηση κινδύνου!