Είναι κάτι μέρες που θέλω να σπάσω τη μονοτονία του σχολικού κολατσιού ίσον σάντουιτς με τυρί-ζαμπόν. Μην ακούσω για λαχανικά, αυτά όσες φορές παρεισέφρησαν μέσα στο ψωμοτύρι δεν τα κατάφεραν να φτάσουν στο στόμα του παραλήπτη. «Άδικα μου βάζεις μαρουλόφυλλα γιατί τα βγάζω και τα πετάω πριν φάω το σάντουιτς» (παρακαλώ μη σχολιάστε). Κάποιες φορές φτιάχνω ένα κέικ μα τα μίξερ και τα φουρνίσματα θέλουν το χρόνο τους. Τι συμπέρασμα βγάζετε; Πάμε πρώτα ένα φλάσμπακ.

Τον ένα χρόνο που έμεινα για σπουδές στην Αγγλία (12 μήνες ακριβώς) έμαθα να μαγειρεύω τα απαραίτητα για να επιβιώνω, δηλαδή μακαρόνια με σάλτσα ντομάτας και κοτόπουλο στο φούρνο με προκάτ πατάτες. Από τα πάρε-δώσε μου με τα τους Άγγλους έμαθα και τα καραμελωμένα καρότα για να τρώω και το ζαρζαβατικό μου, μην πάθω και τίποτα. Αυτά στο μοναδικό, ιερό και απαραβίαστο γεύμα-δείπνο της ημέρας κατά τις εφτά το απόγευμα δηλαδή. Στη διάρκεια της ημέρας την έβγαζα με κάποιο σάντουιτς που είτε το έφτιαχνα από το σπίτι είτε το αγόραζα στη σχολή. Κάποιες κρύες μέρες ωστόσο θα πήγαινα στο refectory (κυλικείο)της σχολής για ένα ζεστό τσάι που συνόδευα με κάτι στερεοτυπικά εγγλέζικο: τα scones, στρογγυλά, τα λες κεκάκια, τα λες αφράτα μαλακά μπισκοτάκια, που σερβίρονται συνήθως ζεστά, είναι υπόγλυκα έως ουδέτερα και γι’ αυτό ακριβώς οι Άγγλοι συνηθίζουν να τα ανοίγουν στα δύο και να τα τρώνε με μαρμελάδα ή και κρέμα. Αυτό το δεκατιανό ή μεσημεριανό μου ζέσταινε την καρδιά και το στομάχι. Η μυρωδιά της φρεσκοψημένης ζύμης που αναδύει μια υποψία βουτύρου… μου θύμιζε το ζαχαροπλαστείο του παππού. Αχ, εμείς οι ρομαντικοί κοιλιόδουλοι!
Επέστρεψα στην Ελλάδα και τα scones ξεχάστηκαν. Μου τα θύμισε η Helen, αγγλίδα μαμά ενός συμμαθητή του γιού μου. Μου ξύπνησε μια νοσταλγία και της ζήτησα αν έχει καμιά συνταγή πρόχειρη. Και βέβαια είχε. Τα έφτιαχνε πολύ συχνά για τα δικά της παιδιά μια που ήταν εύκολα, γρήγορα και πολύ αγαπητά.
Τα υλικά:
225 γραμμάρια αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
50 γραμμάρια βούτυρο ή μαργαρίνη
25 γραμμάρια ζάχαρης (ή κατά βούληση αν το θέλετε πιο γλυκό)
50 γραμμάρια σταφίδες (προαιρετικά)
Μια πρέζα αλάτι
Ένα αυγό χτυπημένο με γάλα ώστε να δώσει 150 ml υγρού
Ζεσταίνουμε το φούρνο στους 200°C και στρώνουμε το χαρτί ψησίματος στο ταψί. Σε ένα μπολ ανακατεύουμε το αλεύρι με το αλάτι, το βούτυρο σε μικρά κομματάκια και τη ζάχαρη. Προσθέτουμε και τις σταφίδες (αν θέλουμε). Χτυπάμε το αυγό με το γάλα και το ρίχνουμε και αυτό μέσα στο μείγμα αφήνοντας λίγο για άλειμμα στο τέλος. Ζυμώνουμε ελαφρά. Η συνταγή λέει απλώνουμε τη ζύμη σε πάχος ενός εκατοστού και κόβουμε στρογγυλά κομμάτια. Σε αυτό το σημείο αρχίζω να κλέβω. Όχι, εγώ, όχι πρωινιάτικα που τα κάνω για να τα πάρει μαζί του φρέσκα στο σχολείο. Αντ’ αυτού, πλάθω μπαλάκια. Τα ισιώνω με τη γροθιά να γίνουν επίπεδα και τα απιθώνω στο ταψί, πάνω στο χαρτί ψησίματος. Περνάω με το πινέλο λίγο γάλα-αυγό για να ροδοκοκκινίσουν τα scones στο ψήσιμο. Φουρνίζω για 15 λεπτά και έτοιμα!
Μια παραλλαγή είναι να βάλετε τριμμένο τυρί και να γίνουν αλμυρά: cheese scones. Αν μάλιστα χρησιμοποιήσετε θρυμματισμένη φέτα τότε μπορείτε να τα πατεντάρετε ως Greek scones! Και ιδού ένα προσφάι ζεστό και παρηγορητικό, ειδικά αν ετοιμάζεσαι να γράψεις τεστ αρχαίων. Το τέλειο comfort food που λένε και τα αγγλάκια. 15 λεπτά το ανακάτεμα-πλάσιμο, 15 λεπτά το ψήσιμο, 30 λεπτά στο σύνολο. Μην ακούσω τίποτα για τα άπλυτα. Χώστε τα στο πλυντήριο πιάτων, αν δεν έχετε, στο ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη, να μην τα βλέπετε και σας χαλάνε. Και μόλις φύγει το παιδί για το σχολείο, τρατάρετε ένα sconeτον εαυτό σας, έτσι, για να πάει καλά η μέρα!



Πολύ αργά πλέον. Οι κόκα-κόλες βρίσκονται μακριά από το ταμείο, στον άλλο όροφο – δεν προλαβαίνεις να στείλεις το γιο σου να φέρει μία. Αναστενάζεις στωικά και τότε ο μπροστινός σου κάνει μισή στροφή προς το μέρος σου και σου πιάνει ευγενώς την ψιλοκουβέντα. Απλά, με φυσικότητα και χιούμορ. Και εκτιμάς πολύ στους ανθρώπους το χιούμορ. Στο μεταξύ τον καλοκοιτάς: σαράντα-φεύγα, ειλικρινές χαμόγελο, ζεστή ματιά, συμπαθή χαρακτηριστικά προσώπου, ψηλός, με σπορτίφ αλλά ουχί εξεζητημένη εμφάνιση. Χμ… Και κατέχει την τέχνη του ομιλείν. Ήδη κάνεις την ασυναίσθητη κίνηση να φτιάξεις με το χέρι τα μαλλιά σου. Του δείχνεις με τα μάτια τις κόκα-κόλες. «Ήθελα κι εγώ να αγοράσω μία αλλά το ξέχασα…». Σου παραθέτει χαριτωμένο λογύδριο περί υγιεινής διατροφής που κι εκείνος αδυνατεί να τηρήσει και με το πλέον αφοπλιστικό του χαμόγελο προτείνει «Μπορώ να σας δώσω μία από τις δικές μου». Και συνεχίζει με παιγνιώδη λάμψη στα μάτια «Μία είναι αρκετή για να κάνει τη ζημιά;» Τη ζημιά μας την έχεις κάνει ήδη λες από μέσα σου ενώ κατακλύζεσαι από ενδορφίνες. Δέχεσαι την ευγενή προσφορά και τον ευχαριστείς πάραυτα με το πιο ναζιάρικο-γοητευτικό σου χαμόγελο ενώ συγχρόνως σε dt σκανάρεις το δεξί του χέρι: δεν φοράει βέρα όμως τι είναι αυτό στον παράμεσο του αριστερού; Μήπως είναι απλώς χαλκάς της μοδός; Δεν προλαβαίνεις να το ξεκαθαρίσεις λέγοντας κάτι ευφυές – χρειάζεται και διακριτικότητα γιατί έχεις και το παιδί από δίπλα το οποίο μάλλον έχει πάρει πρέφα ότι εσύ χαριεντίζεσαι με τον άγνωστο. Εκείνος πληρώνει και φεύγει. Ο έρωτας είναι εξόχως αποδημητικό πουλί. Εσύ όμως τώρα ξέρεις ότι το φλερτ πάει και σουπερμάρκετ.
Κάτι και η ανάρτηση της αγαπημένης
Δεν χρειαζόμουν δεύτερη πρόσκληση. Φόρεσα το πιο ζεστό μπουφάν μου, τα γάντια μου και το κόκκινο σκουφί μου και ζήτησα από τον έφηβο γιο μου να με συνοδέψει. Η πρώτη του αντίδραση δεν ήταν πολύ ενθουσιώδης αλλά υποχώρησε στο ακλόνητο επιχείρημά μου: αυτό ήταν το δώρο που του ζητούσα για τα Χριστούγεννα. Το ραντεβού ήταν στην είσοδο της Πλάκας. Η μικρή αρχικά παρέα σύντομα μεγάλωσε μέχρι που μαζευτήκαμε καμιά σαρανταριά νοματαίοι, οι περισσότεροι ενήλικες, μια μικρή ομάδα εφήβων και ένα μωρό της αγκαλιάς με το σκουφί στο μάρσιπο της μαμάς του. Είχαμε και όργανα: ακορντεόν, μαντολίνο, δυο-τρία τρίγωνα ορχήστρας (που βγάζουν αγγελικό ήχο), ζίλια. Μοιραστήκαμε τις παρτιτούρες όσοι δεν ξέραμε καλά τους στίχους και ξεχυθήκαμε στα στενά. Και εμένα ω! ένας καλός κύριος της μουσικόφιλης παρέας μου εμπιστεύτηκε να κρατάω τον τόνο με ένα από τα υπέροχα τρίγωνα της ορχήστρας. Γκλίν!
Πρώτοι μας αντιλήφθηκαν οι καταστηματάρχες στα εμπορικά της Πλάκας – θα μου πεις δύσκολο να μην σας πάρουν χαμπάρι 40 ανθρώπους που τραγουδούν εν σώματι. Μας ευχήθηκαν, τους ευχηθήκαμε και προχωρήσαμε την ανηφόρα. Ανεβήκαμε σκαλιά και ελικοειδή σοκάκια προς τις πάνω ρούγες, εκεί που τελειώνουν τα μαγαζιά και τα εστιατόρια και έχει μόνο σπίτια μιας άλλης εποχής, άλλα ταπεινά και άλλα αρχοντικά, με φωταγωγημένα παράθυρα και μπαλκόνια. Ο αέρας ήταν ψυχρούτσικος και μύριζε καπνό από τζάκια και ξυλόσομπες. Κάθε τόσο κάναμε στάσεις και τραγουδούσαμε. Σε κάθε στάση η φωνή μου δυνάμωνε και τα χαμόγελα των συν-τραγουδιστών μου φαίνονταν πιο θερμά. Αναζήτησα με το βλέμμα τον γιο μου που είχε φυσιολογικότατα απομακρυνθεί από μένα. Μοιραζόταν μια παρτιτούρα με κάποιους πιο πίσω, τραγουδούσε με θέρμη και τα μάτια του πρόδιδαν ευχαρίστηση. Τον άφησα στην ησυχία του και αφέθηκα σε ένα εσωτερικό ντους ευγνωμοσύνης. Η νύχτα μας είχε πολλά δώρα.
Πήραμε την κατηφόρα προς Μοναστηράκι, πάντα τραγουδώντας. Στις ταβέρνες μια παρέα γιαπωνέζων τουριστών άφησαν τις καρέκλες τους και μας περικύκλωσαν για να μας αποθανατίσουν απ’ όλες τις γωνίες. Μπαίναμε στο εμπορικό κομμάτι της πόλης και ο κόσμος άρχισε πάλι να πυκνώνει. Δίπλα το σταθμό του ηλεκτρικού δώσαμε την τελευταία μας παράσταση. Καλήν εσπέραν άρχοντες… και για πρώτη φορά τα λόγια είχαν νόημα γιατί ήταν πράγματι εσπέρα. Η βραδιά έκλεισε με χειροκρότημα και φιλιά, πολλά φιλιά με τους νέους μας φίλους. Για τη συνέχεια, επιβίβαση για την υποφαινόμενη και τον συνοδό της στο τρένο γιατί μας περίμενε γιορτινό τραπέζι σε φίλους πολύ αγαπημένους. Βάλτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να τα πούμε… Να σημειωθεί ότι τα καλαντίσματα ήταν προσφορά προς το φιλοθεάμον κοινό μας, άνευ χρηματικής ανταμοιβής. Έτσι παρέμεινα μια ευπρεπής κόρη. Και του χρόνου! Γκλιν!
Της την είχε κάνει δώρο η θεία μας από την Αθήνα. Κι έτσι έκανε τον μικρό της κύκλο πριν φτάσει και στα δικά μου χέρια. Αγαπώ πολύ αυτό το κλαδί της οικογένειάς μου, το αμερικανικό. Πάντοτε πήγαιναν και ερχόντουσαν ευχετήριες κάρτες και φωτογραφίες εκατέρωθεν του Ατλαντικού όμως μετά το ’89 που άρχισαν να καταφτάνουν ένα-ένα τα ξαδέλφια μου, όλα τους γελαστά παιδιά, για να γνωρίσουν τις ρίζες τους στην Ελλάδα, οι καρδιές ζεστάθηκαν περισσότερο. Κι όταν τους επισκέφτηκα κι εγώ με τη σειρά μου το 1996 ήταν πια σαν να είχαμε ζήσει μαζί από πάντα. Η φιλοξενία των θείων ήταν ιδιαίτερα θερμή και έδωσε στη συγγένειά μας τη σφραγίδα της οικειότητας που έχουν οι δεσμοί με αυτούς που ζουν στην ίδια γειτονιά ή την ίδια πόλη με εσένα. Γνωρίζοντας από κοντά τα δεύτερα ξαδέρφια μου εξ Αμερικής απέκτησα μια διευρυμένη οικογένεια πολύ σημαντική για μένα που είχα μεγαλώσει ανάμεσα σε δυο γονείς – μοναχοπαίδια (τι ειρωνεία της τύχης κι αυτή!) Εικοσιπέντε και χρόνια αργότερα διατηρούμε μια τρυφερή σχέση μεταξύ μας.

Δύο πολύ νεαρά παιδιά παίζουν βιολί (Γλαύκος Σμαριανάκης) και κιθάρα (Κωστής Παπαλουκάς) ενώ ο «μαέστρος» της παράστασης Μάριος Παπαδέας μας τρελαίνει με το σαντούρι του. Μέχρι και την «ισπανική υποχώρηση» μας έπαιξε και μας έμαθε! Με αυτά και με εκείνα ο Καραγκιόζης έφτασε στο φρούριο για να ανακαλύψει ότι δεν υπάρχουν καλικάντζαροι, παρά μόνο πονηροί άνθρωποι που εκμεταλλεύονται τον φόβο των άλλων για να τσεπώσουν τον θησαυρό!

Δύο ακόμη αγόρια, ίσως μέλη της ίδιας παρέας, έγερναν στην κουπαστή της γέφυρας, κουνούσαν το κεφάλι στο ρυθμό κάποιας αόρατης για μένα μουσικής, χτυπούσαν που και που επιδοκιμαστικά τα χέρια τους, γελούσαν και ενθάρρυναν τους χορευτές. Ο φωτισμός της λεωφόρου ήταν πλεονεκτικός για μένα που τους λαθροκοίταζα. Είχα μάλιστα γείρει χωρίς ντροπή ολόκληρη στο μπαρμπρίζ για να τους παρακολουθώ καλύτερα. Τους έβλεπα να στροβιλίζονται, να χοροπηδούν, να ενώνουν τα χέρια και τα σώματα, να αφήνουν το ταίρι τους και πάλι από την αρχή. Γελούσαν, μιλούσαν, χορεύανε. Διασκέδαζαν. Υπήρχε έξαψη και ενθουσιασμός στον αέρα. Τα μαλλιά των κοριτσιών, μακριά, λυτά, κυματιστά, τις ακολουθούσαν σε κάθε τους κίνηση. Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει γρηγορότερα από ενθουσιασμό και να φουσκώνει από ευγνωμοσύνη για τη στιγμή που μου προσφερόταν, νυχτερινό δώρο λίγο πριν κοιμηθώ. Ήθελα να τους στείλω τα φιλιά μου· πολλά τρυφερά φιλιά σε αυτά τα νεαρά παιδιά και στον 16χρονο εαυτό μου που τότε ντρεπόταν να χορεύει σε γέφυρες. Τους τα έστειλα νοερά.


