
Άβυσσος, λέει, η ψυχή του ανθρώπου. Τι να πεις και για το κεφάλι του.
Τη γαλανόλευκη την προσέξατε;

Άβυσσος, λέει, η ψυχή του ανθρώπου. Τι να πεις και για το κεφάλι του.
Τη γαλανόλευκη την προσέξατε;
Λείπεις τρεις-τέσσερεις μέρες από το σπίτι και γυρίζοντας βάζεις το χέρι τι καλάθι των φρούτων για να φας κάτι υγιεινό – οι μέρες εκτός σπιτιού κρύβουν πάντα διατροφικές ατασθαλίες. Αναζητάς τις μπανάνες που είχες αφήσει φεύγοντας. Τρόμος. Είναι πιο μαύρες και από την πιο σκοτεινή νύχτα του χειμώνα. Δια της αφής διαπιστώνεις ότι «στέκουν» ακόμα. Όμως οι μπανάνες είναι σαν τις γυναίκες. Άλλοι τις προτιμούν άγουρες, άλλοι ώριμες, πάντως κανένας δεν τις θέλει υπερώριμες. Σκέφτεσαι. Πρέπει να καταναλωθούν άμεσα. Άλλο ένα βράδυ σίγουρα θα τις σκοτώσει. Η λύση είναι μάφιν μπανάνας. Ιδού η συνταγή:

3 μεγάλες μπανάνες λιωμένες με το πιρούνι
¾ κούπας μαύρη ζάχαρη
1 αυγό
1/3 κούπας λιωμένη μαργαρίνη ή βούτυρο
1 ½ κούπας αλεύρι που φουσκώνει μόνο του ή όσο «σηκώσει» αν έχετε μεγαλύτερη εμπειρία
¼ κουταλάκι γλυκού αλάτι
½ κουταλάκι γλυκού κανέλα

Σε μια κατσαρόλα λιώνω το βούτυρο (εγώ το προτιμώ από τη μαργαρίνη), προσθέτω τη ζάχαρη και απομακρύνω από τη φωτιά. Το αφήνω λίγο να κρυώσει και προσθέτω και το αυγό. Ρίχνω και κανέλα για άρωμα και γεύση μιας που η μπανάνα έχει κάπως επίπεδη γεύση. Προσθέτω λίγο – λίγο το αλεύρι με το αλάτι. Στρώνω τις ειδικές χάρτινες θήκες για μάφιν στη μαφινιέρα και ρίχνω το μείγμα (γέμισα 12 θήκες). Αν δεν έχετε τις ειδικές θήκες βουτυρώστε και αλευρώστε τις υποδοχές για να μην κολλήσουν τα μάφιν. Ψήνω σε προθερμασμένο φούρνο (180) για 20 λεπτά.
Βουαλά! Φρούτο μπορεί να μην φάγαμε αλλά εξασφαλίσαμε το δεκατιανό του μαθητή για τις επόμενες δυο-τρεις μέρες.
Η συνταγή είναι από τις συνταγές της παρέας με μικρές παρεμβάσεις.
Οι διάλογοι που ακολουθούν δεν είναι μυθοπλασία. Είναι ατάκες που πέσανε στην αληθινή ζωή και που τις κατέγραψα με προσοχή στο τετράδιό μου μετά το συμβάν γιατί θεώρησα χρέος μου να μην τις ξεχάσω. Κάποιες δε από αυτές, μου προκαλέσανε τόσο θυμό και ντροπή, που στη συνέχεια καταχώνιασα το τετράδιο για πολύ καιρό κάτω από σωρό άλλων χαρτιών για να τις ξεχάσω. Μιλάω με αντιφάσεις, το ξέρω. Είμαι μαμά ενός εφήβου – σας το ‘χω ξαναπεί. Ο γιος μου ασχολείται με κλασσικό αθλητισμό, τελευταίως και με πρωταθλητισμό. Αυτή του η προτίμηση μας φέρνει κατά καιρούς σε στάδια της Αττικής και όχι μόνον.

Στον πρώτο του αγώνα εκτός Αττικής λοιπόν βρέθηκα κι εγώ η αδαής σε μία αθλητική διοργάνωση με νεαρόκοσμο από αθλητικούς συλλόγους από διαφορετικές γωνιές της Αθήνας και από διαφορετικές γωνιές της Ελλάδας. Εφηβική ενέργεια και αδρεναλίνη στο μάξιμουμ, αέρας κορεσμένος από προσδοκίες γονέων και προπονητών, αμήχανα γέλια και πειράγματα, ενθουσιασμός και φευγαλέο φλερτ από την κερκίδα όταν στο στίβο κατεβαίνανε συναθλητές του ιδίου συλλόγου αλλά του αντίθετου φύλου – συγχωρήστε με αν δεν είμαι politically correct, οι κεραίες μου δεν είναι ακόμα τόσο ευαίσθητες για να πιάνουν το φλερτ ανάμεσα σε άτομα του ιδίου φύλου.
Μιας που το δικό μου παιδί ήταν στο «ζέσταμα» και αργούσε να διαγωνιστεί είχα απεριόριστο χρόνο να ρεμβάσω, να παρατηρήσω, να «μυρίσω» τι γίνεται γύρω μου. Ανέβηκα στο πάνω μέρος των κερκίδων που ήταν άδειο για να θαυμάσω πίσω μου τη θέα. Και τότε ήταν που έφτασε στ’ αφτιά μου μια συζήτηση, μονόλογος πες καλύτερα, μια που ο αποδέκτης του λογύδριου δεν μιλούσε. Η φωνή ήταν ανδρική, δυνατή, καθαρή και επιτακτική.
«Τι ήταν αυτό που έκανες; Αν είναι να κάνεις τέτοια, αν είναι να κάνεις τον κόσμο να γελάει μαζί σου, να δίνεις χαρά στους άλλους, καλύτερα να μην ξανακατέβεις σε αγώνες. Καλύτερα ασχολήσου με κάτι άλλο στον ελεύθερο χρόνο σου, ξέρω εγώ, γίνε τραγουδίστρια, παίξε στο θέατρο. Πάντως σε αγώνες δεν μπορείς να ξανακατέβεις για να λένε οι άλλοι ‘Βρε κοίτα πώς τρέχει, σαν μαλακισμένο, σαν ηλίθιο. Ούτε να τρέξει δεν ξέρει’. Εσύ μπερδεύεσαι και στην εκκίνηση».
Ένιωθα το πρόσωπό μου να ζεσταίνεται, τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν, το αίμα μου να αναβαίνει στην κυριολεξία στους κροτάφους μου. Φορούσα μαύρα γυαλιά και έστρεψα διακριτικά το κεφάλι για να δω τους πρωταγωνιστές αυτού του διαλόγου. Εκείνος, ο προπονητής δηλαδή, ένας άντρας γύρω στα 35, πολύ σίγουρος για αυτά που τολμούσε να ξεστομίζει, τόσο που να μην νοιάζεται για το ότι άκουγαν και άλλοι – ίσως και να του άρεσε κιόλας. Απέναντί του, μια δεκαεξάχρονη με μαλλιά αλογοουρά, μάτια σκοτεινιασμένα, έτοιμα να κλάψουν, ένευε με το κεφάλι σιωπηλά και περίμενε να περάσει ο καταρράκτης της ταπείνωσης και των προσβολών. Ευτυχώς κάποτε τελείωσε εκείνος και την άφησε να φύγει. Την παρακολούθησα με το μάτι να κατεβαίνει τα σκαλιά, γρήγορα, άγαρμπα, να βρίσκει τους φίλους και τις φιλενάδες της για να ξεσπάσει σε κλάματα στον ώμο μιας, της πιο αγαπημένης ίσως. Ένα κορίτσι ψηλό, αθλητικό, με σκούρα σγουρά μαλλιά και μεγάλα μάτια, ένα κορίτσι από αυτά που είναι όμορφα αλλά δεν το ξέρουν, φαίνεται από το στήσιμο και την περπατησιά τους. Θα μπορούσε να ήταν και άσχημη, δεν θα μας πείραζε καθόλου, όμως όταν δεν έχεις επίγνωση των «όπλων» και των ταλέντων σου εύκολα αφήνεις τους ισχυρούς άλλους να σε «πατάνε».
Όταν το κορίτσι έφυγε εκείνος άναψε ένα τσιγάρο (Μα στις κερκίδες, στον αγωνιστικό χώρο; Μα ο προπονητής, ο σούπερ- ντούπερ αθλητής; Μα ενώπιον των παιδιών που σε θαυμάζουν και σε έχουν για πρότυπο;) και στάθηκε ατάραχος και αυτάρεσκος να το απολαύσει. Την είχε ολοκληρώσει επιτυχώς την αποστολή του. Είχε τσακίσει το ηθικό της «άχρηστης». Στο μυαλό του την είχε ήδη με το ένα πόδι έξω από την ομάδα. Να μην του χαλάει την πιάτσα και το δικό του καλό όνομα. Ίσως το κορίτσι πράγματι να μην ταίριαζε σε αυτόν τον χώρο των ρεκόρ και των υψηλών προσδοκιών. Αλλά ο τρόπος εξοστρακισμού της δεν έπαυε να είναι χυδαίος.

Αισθάνθηκα αμέσως ότι όφειλα στον εαυτό μου κάτι να κάνω. Και ήξερα με βεβαιότητα τι: Να πάω να τη βρω. Όταν σταμάτησε να κλαίει κατέβηκα τα σκαλιά και την πλησίασα. Της είπα «Γεια σου κοπελιά. Έχω έρθει για να δω τον γιο μου». Φοβερή ατάκα. Και το πουλάκι μου, αντί να με σιχτιρίσει που είχε τις μαύρες της, γύρισε στο μέρος μου, χαμογέλασε και μου είπε «Γεια σας». «Αν σου αρέσει να τρέχεις συνέχισε το στίβο και μην ακούς κανέναν. Δεν έχει σχέση με τις επιδόσεις. Όμως άλλαξε προπονητή. Κανείς δεν επιτρέπεται να σου φέρεται έτσι. Μπήγει τα κλάματα. «Μα άμα τα κάνω θάλασσα και ντροπιάζω το σύλλογο πώς να μη μου φέρεται έτσι». «Ο προπονητής είναι εδώ για να σε οδηγεί και να σε στηρίζει. Όχι για να σε εξευτελίζει. Να διαλέξεις αυτό που σε ευχαριστεί και να το κάνεις με το σωστό άνθρωπο. Και καλή τύχη, ό,τι και όταν διαλέξεις να κάνεις».

Δεν ξέρω αν υπήρξα αρκετά δυναμική, αρκετά πειστική, αρκετά υποστηρικτική προς αυτό το νεαρό κορίτσι. Ελπίζω και εύχομαι να μην παρέμεινε κάτω από τις «φτερούγες» εκείνου του προπονητή. Ελπίζω και εύχομαι να τρέχει ακόμα, όχι για να κάνει ρεκόρ, αλλά για να αισθάνεται τη δύναμη στα πόδια της, τη δροσιά στο μυαλό, το χάδι ή το μαστίγωμα του αέρα στα μάγουλά της. Οι προπονητές είναι πολύ σημαντικοί στις ζωές των παιδιών μας, μικρών ή μεγαλύτερων. Η αποστολή τους είναι να διδάσκουν, να στηρίζουν, να εμπνέουν. Ο γιος μου υπήρξε τυχερός γιατί ο προπονητής του είναι κάποιος που σέβεται και αγαπά τον εαυτό του, τα παιδιά που του εμπιστεύονται και το επάγγελμα – λειτούργημα που εξασκεί. Και το πιο σημαντικό που διδάσκει στο γιο μου και τα άλλα παιδιά που προπονεί είναι να αναμετριούνται κάθε φορά με τον εαυτό τους και όχι με τους άλλους. Και όταν φωνάζει στον αγώνα «Τρέξε Κώστα, τρέξε», ό γιος μου ισχυρίζεται ότι νιώθει τα πόδια του να βγάζουν φτερά. Δεν ξέρω πώς νιώθουν αντίστοιχα τα παιδιά που άκουσα να τα παροτρύνουν οι δικοί τους καθοδηγητές προς τη νίκη με το θεϊκό «Ξέσκισέ τους!». Είναι βεβαίως άνθρωπος και αυτό σημαίνει ότι του επιτρέπονται και λάθη. Ποτέ όμως δεν έχει προσβάλλει ούτε ταπεινώσει κανέναν μικρό ή μεγάλο. Και πιστέψτε με, αυτά τα πράγματα όταν συμβαίνουν, μαθεύονται. Κι αν δε λέγονται φωναχτά, σίγουρα πάντως ψιθυρίζονται πίσω από γυρισμένες πλάτες.

Πιστεύω ότι οι προπονητές στον αθλητισμό έχουν σπουδαία θέση στη ζωή των παιδιών και ίσως ακόμα μεγαλύτερο στη ζωή των εφήβων που τους βλέπουν σαν ζωντανά μοντέλα προς μίμηση, είτε σαν μεγαλύτερους αδερφούς – αδερφές είτε σαν πατρικές – μητρικές φιγούρες. Και έχουμε δικαίωμα και υποχρέωση στον εαυτό μας και στα παιδιά μας να τους επιλέξουμε με προσοχή ή να τους αποπέμψουμε αν αποδειχτούν λίγοι ή σκάρτοι. Είναι και αυτοί δάσκαλοι πιο πολύ από τους καθημερινούς δασκάλους στο σχολείο και μάλιστα το παράδειγμά τους είναι εξαιρετικά ζωντανό γιατί δεν μπορείς διδάσκεις αθλητισμό χωρίς να σε βλέπουν να γυμνάζεσαι και ο ίδιος, δεν μπορείς να μιλάς για υγιεινή διατροφή και να έχεις κοιλιά καρδινάλιου κοκ. Κι αν τα παιδιά δείχνουν αρνητικά συναισθήματα προς το πρόσωπο αυτού που τα προπονεί μην προσπερνάτε το γεγονός ως επουσιώδες! Ο προπονητής βρίσκεται εκεί όχι μόνο για να διδάξει συγκεκριμένες δεξιότητες αλλά και για να εξασκήσει φτερά στο να ανοίξουν και να πετάξουν. Και όλοι έχουν το δικαίωμα στην πτήση. Μην εμπιστεύεστε αυτούς που βαστούν ψαλίδι!
Να που απέκτησε και η Κηφισιά το δικό της γκράφιτι και μάλιστα δια χειρός του Alex Martinez, πολύ διάσημου αμερικανού graffiti artist (γεννημένου στην Πενσιλβάνια) με ελληνική καταγωγή (ελληνίδα μαμά, μεξικανός μπαμπάς). Γειτονεύει με ατμοσφαιρικό καφέ του οποίου οι καρέκλες φαίνονται στη φωτογραφία. Άραγε τι λένε αυτά τα μάτια;

Γνώρισα δύο άντρες από το τρελό νησί.
Ο ένας είχε την ηλικία του μπαμπά μου και φώναζε όλα τα κορίτσια «κόρη μου». Ο άλλος ήταν συνομήλικός μου και φώναζε όλα τα κορίτσια «ομορφιά μου».
Μεγάλο πράγμα οι λέξεις. Οι λέξεις χτίζουν εικόνες κι οι εικόνες χτίζουν τον κόσμο που πιστεύουμε και στον οποίο επιλέγουμε να ζήσουμε. Κάποιες λέξεις μας χαϊδεύουν και μας εκπαιδεύουν να αγαπάμε περισσότερο τον εαυτό μας και άλλες είναι χαστούκια που μας γδέρνουν την αυτοεκτίμηση και μας αφήνουν πληγές που προσπαθούμε συνεχώς να γιατρέψουμε.

Ο άνθρωπος λοιπόν που έλεγε όλα τα κορίτσια «κόρη μου» ήταν φροντιστηριακός δάσκαλος και είχα την τύχη να είναι δάσκαλός μου. Μας δίδαξε τη μέθοδο και την οργάνωση σε όλες τις «κόρες» και τα παλικάρια του. Γνώριζε να είναι τρυφερός και αυστηρός συγχρόνως με τις εφηβικές ψυχές. Αγαπούσε τη δουλειά του και μετέφερε το μήνυμα ότι η δουλειά και η γνώση είναι χαρά εφόσον την έχεις επιλέξει.
Το αγόρι τώρα που έλεγε όλα τα κορίτσια «ομορφιά μου» ήταν η προσωποποίηση της χαράς της ζωής. Γελαστός, χιουμορίστας, αφοσιωμένος στους φίλους και ερωτιάρης με τα κορίτσια. Γενναιόδωρος στις τρυφερές κουβέντες, χάιδευε τα αφτιά των κοριτσιών με τα λόγια ανεξαρτήτως αν είχε σκοπό να τις αγγίξει με τα χέρια του. Και είχε επιδέξια χέρια που ήξεραν να δουλεύουν καλά το ξύλο και το πινέλο με τα χρώματα.

Να, τέτοια πράγματα θυμήθηκα όταν έπεσα πάνω στην ωραία φωτογραφία του philos που γνωρίζει πώς να αιχμαλωτίζει με τον φακό του στιγμές και συναισθήματα. Και της κρέμασα σκουλαρίκια, δυο δικές μου αναμνήσεις που θέλω να φυλάξω, ακόμα και αν κάποτε η μνήμη μου πάψει να με υπηρετεί. Γιατί οι λέξεις μπορούν να χαϊδεύουν και η ζωή χρειάζεται χάδια!
Η ψυχανάλυση οδεύει προς Νότο; Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη όταν έμαθα ότι ο ισπανός ψυχαναλυτής παιδιών Joseph Knobel Freud, δισέγγονος του αυστριακού ιδρυτή της ψυχανάλυσης Sigmund Freud έρχεται στην Ελλάδα για να παρουσιάσει την ελληνική έκδοση του βιβλίου του Γονείς: Μια διαρκής πρόκληση από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση της Αγαθής Δημητρούκα.
Κάποιες σκόρπιες τοποθετήσεις του συγγραφέα για τη γονεϊκότητα που είχα διαβάσει μου κίνησαν άμεσα το ενδιαφέρον χώρια που η συγγένειά του με τον άνθρωπο μύθο μου είχε εξάψει την περιέργεια. Έτσι βρέθηκα στο φιλόξενο τραπέζι συζητήσεων του Free thinking zone να παρακολουθώ τη συζήτηση-συνέντευξη που συντόνιζε η Πελιώ Παπαδιά, αρχισυντάκτρια του περιοδικού για γονείς www.talcmag.gr.

Μεταξύ άλλων ο Joseph (θα τον αποκαλώ με το μικρό του, όχι λόγω οικειότητας αλλά προς αποφυγή σύγχυσης με τον διάσημο πρόγονό του) μίλησε για τα εξής:
• Οι σημερινοί γονείς έχουν δυσκολία να θέσουν όρια στα παιδιά τους και αυτό κατά τη γνώμη του οφείλεται στο ότι οι ίδιοι αισθάνονται ακόμη έφηβοι, ανέτοιμοι να αναλάβουν τις ευθύνες του γονεϊκού ρόλου. Έχοντας μεγαλώσει ως γενιά χωρίς όρια, αισθάνονται μάλιστα αποστροφή στην ιδέα ότι πρέπει να ασκήσουν γονεϊκή εξουσία από το φόβο μήπως χάσουν την αγάπη των παιδιών τους.
• Διαχωρισμός σε μητρικές και πατρικές λειτουργίες. Η μητρική λειτουργία είναι να θρέφει, να κανακεύει, να προστατεύει, η πατρική λειτουργία είναι να αποχωρίζει το μωρό από τη μητέρα (ή όποιον έχει αναλάβει τη μητρική λειτουργία) και να οδηγεί στην ανεξαρτητοποίηση. Οι λειτουργίες αυτές μπορούν να ασκούνται ανεξαρτήτως φύλου, ακόμα και να εναλλάσσονται από το ίδιο πρόσωπο (π.χ. στις μονογονεϊκές οικογένειες).

• Τη σημασία της χρήσης του λόγου, των λέξεων, για να εξηγήσουμε στα παιδιά δύσκολες καταστάσεις και άβολες αλήθειες, κάτι που τόνιζε συχνά στο έργο της και η μακαρίτισσα Φρανσουάζ Ντολτό, ψυχαναλύτρια παιδιών πλάι στην οποία μαθήτευσε ο συγγραφέας. Ωστόσο, όταν ο γονιός λέει αυτές τις αλήθειες θα πρέπει πάντα να σέβεται την ηλικία του παιδιού του. Όταν οι γονείς ψεύδονται το παιδί παρουσιάζει κάποιο σωματικό ή ψυχολογικό ή ψυχοσωματικό σύμπτωμα που σχετίζεται με την απουσία της αλήθειας.
• Η έκταση που έχει πάρει σήμερα στις δυτικές κοινωνίες ο σχολικός εκφοβισμός (bullying) είναι μεγάλη. Τα παιδιά-θύτες εκφράζουν ενεργά τη βία που έχουν δεχτεί παθητικά στο οικογενειακό τους περιβάλλον ενώ τα παιδιά-θύματα είναι τα παιδιά-χαλάκια των οποίων οι γονείς έχουν υποσκάψει την αυτοεκτίμηση με τη συμπεριφορά τους (συνειδητά ή ασυνείδητα, δεν έχει σημασία).
• Γιατί θέλουμε να κάνουμε παιδιά; Από μια θέση αγάπης ή επειδή «χτυπάει» το βιολογικό μας ρολόι και μας λέει ότι πρέπει, πριν είναι πολύ αργά; Οι υποψήφιοι γονείς πριν υιοθετήσουν παιδιά στην Ισπανία περνάνε λέει από ψυχολογικά τεστ (και σε πλείστες άλλες χώρες). Ίσως και κάποιοι «φυσικοί» γονείς χρειάζονται αυτά τα τεστ πριν τη μεγάλη απόφαση.
• Η βαρεμάρα των παιδιών μας έχει μεγάλη αξία για την ενεργοποίηση της δημιουργικότητάς τους. Οι σημερινοί γονείς όμως, επειδή οι ίδιοι κατά πλειοψηφία πλήττουν στην εργασία τους, φοβούνται πως αν αφήσουν τα παιδιά τους να πλήξουν θα μείνουν άδεια, κενά όπως και οι ίδιοι.
Ο λόγος του Joseph ήταν αβίαστος, είχε σαφήνεια, εγκαρδιότητα προς τον γονέα όμως ο άνθρωπος δεν μασούσε τα λόγια του. Παρόλο που υπήρχαν και σημεία στα οποία διαφωνούσα μαζί του, όπως για παράδειγμα στο θέμα του ποιοτικού έναντι ποσοτικού χρόνου που ξοδεύουμε με τα παιδιά μας, βρήκα πως οι κουβέντες του ήταν τροφή για σκέψη. Έτσι, το ίδιο βράδυ βούτηξα ευθύς-αμέσως στο βιβλίο του. Ως διαζευγμένη μητέρα, ενέδωσα στον πειρασμό να «πηδήξω» σελίδες για να φτάσω στο κεφάλαιο που αναφέρεται στη μονογονεϊκή οικογένεια. Εκεί αναφέρεται στη σημασία της ύπαρξης ενός τρίτου στη σχέση μητέρας-παιδιού ή πατέρα-παιδιού. Με ξάφνιασε ευχάριστα η άποψη ότι αυτός ο τρίτος δεν χρειάζεται να είναι απαραίτητα πρόσωπο-σύντροφος αλλά μπορεί επίσης να είναι η δουλειά του γονιού ή ένα πάθος π.χ. για τον χορό ή για τα ταξίδια. Κάτι που να κάνει το παιδί να καταλάβει ότι η μαμά ή ο μπαμπάς έχει μια ζωή πέρα από εκείνο.
Μια ωραία παρουσίαση λοιπόν και ένα χρήσιμο βιβλίο από ένα συγγραφέα που με κέρδισε λέγοντας I am not sure I have the truth. I only have ideas (Δεν είναι σίγουρος ότι κατέχω την αλήθεια. Απλώς έχω ιδέες).
Τα Σάββατα στον πλανήτη των γονιών είναι αφιερωμένα στα αθλητικά των παιδιών, τα παιδικά πάρτι και τη γονεϊκή επιμόρφωση. Η εκδήλωση λεγόταν De-educate / Re-educate. Δηλαδή να απεκδυθούμε την παλιοκαιρισμένη, κουρασμένη εκπαίδευσή μας γονείς, εκπαιδευτικοί και παιδιά και να ντυθούμε μια καινούρια, φρέσκια εκπαίδευση που εστιάζει περισσότερο στα συναισθήματα του μικρού ανθρώπου, αγκαλιάζει την τεχνολογία και δεν φοβάται την αποτυχία.

Μιλάω για τη δημόσια συζήτηση για την αλλαγή στην εκπαίδευση που έγινε το Σάββατο 18 Απριλίου στο Ρομάντσο (το πρώην κτίριο γραφείων του παλαιού ομώνυμου περιοδικού) κάτω από τις φτερούγες του Dorothy Snot, ενός μικρού ελληνικού σχολείου για παιδιά 1-6 ετών που υποστηρίζει τη βιωματική μάθηση μέσα από το παιχνίδι (play-based learning). Ήταν εκεί όλα τα καλά κακά παιδιά που έχουν φέρει τα πάνω-κάτω στον χώρο της σύγχρονης εκπαίδευσης: Ο Tom Hobson γνωστός ως Teacher Tom που είναι ο κύριος δάσκαλος στο Woodland Park, μια συνεργατική μονάδα προσχολικής εκπαίδευσης στο Σιάτλ των ΗΠΑ που διοικείται από γονείς με τη φιλοσοφία του play-based learning, ο δάσκαλος Άγγελος Πατσιάς που παρακάμπτοντας τους σκοπέλους της ελληνικής γραφειοκρατίας ανέτρεψε την παραδοσιακή διδασκαλία και μεταμόρφωσε ένα μικρό τετραθέσιο δημοτικό σχολείο στο ονειρεμένο Σχολείο της Φύσης και των Χρωμάτων στον ορεινό Φουρφουρά του Ρεθύμνου και ο φιλόλογος Σπύρος Κασιμάτης που έχει θητεύσει στην ελληνική εκπαίδευση πάνω από 30 χρόνια και προτιμά να διδάσκει με το δικό του τρόπο λογοτεχνία σε εφήβους. Συντόνιζε ο Γιάννης Γιαννούδης, ιδρυτής και διευθυντής του Dorothy Snot.

Μας είπαν πολλά και άφησαν κι εμάς να τους πούμε ακόμα περισσότερα ρωτώντας τους ό,τι μας βασάνιζε περισσότερο σε σχέση με τα σχολεία και την εκπαίδευση των παιδιών μας. Μου έμεινε η αθρόα συμμετοχή του κόσμου (η εκδήλωση ήταν δωρεάν, με ηλεκτρονική κράτηση θέσης από διμήνου), ο ενθουσιασμός των παρευρισκόμενων, ομιλητών και κοινού και σημείωσα τα προσωπικά μου highlights:
•Η εκπαίδευση όπως και η διατροφή βασίζονται κατά μεγάλο μέρος στη συνήθεια. Ένας σοβαρός λόγος που τα σχολειά μας είναι όπως είναι βρίσκεται στο ότι έχουμε συνηθίσει αυτήν την κατάσταση και δεν μας περνάει από το μυαλό να ξεβολευτούμε και να δραστηριοποιηθούμε για μικρές ή μεγαλύτερες αλλαγές.

• Το εκπαιδευτικό σύστημα έχει ρωγμές. Μπορούμε να το εκμεταλλευτούμε και να διδάξουμε μέσα στις ρωγμές. Δηλαδή, όσο άκαμπτο και αν είναι ένα σύστημα δεν μπορεί, έχει ανοιχτές χαραμάδες μέσα στις οποίες μπορεί να διεισδύσει ένας τολμηρός και εμπνευσμένος εκπαιδευτικός και να τις γεμίσει με βιωματικές δράσεις, σεβασμό, ενσυναίσθηση τιμώντας τα ατομικά χαρίσματα των παιδιών και τη δημιουργικότητά τους.
• Τα παιδιά χρειάζονται το φυσικό τους περιβάλλον. Σήμερα εκπαιδεύονται αποκομμένα, μέσα σε σχολεία-κλουβιά όπως τα ζώα του ζωολογικού κήπου. Βγάλτε τα παιδιά έξω στη φύση, στον ανοιχτό χώρο σε κάθε ευκαιρία. Και αν το σχολείο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης βγάλτε τα στη γειτονιά να δουν το τσιμέντο, τα αυτοκίνητα που τρέχουν, την κίνηση και τις κοινωνικές ασχήμιες του άστεως. Κι αυτό μάθημα είναι.

• Γιατί εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας; Όχι μόνο για να βρουν αργότερα ένα επάγγελμα, μια δουλειά να ακολουθήσουν για να βιοπορίζονται αλλά (κυρίως) για να μάθουν να συνεισφέρουν το κατιτίς τους ως υπεύθυνοι άνθρωποι στην οικογένεια (αυτή που τους μεγαλώνει και αυτήν που θα φτιάξουν πιθανώς στο μέλλον), στη γειτονιά, στη χώρα τους. Κι επίσης για να μάθουν να υπερασπίζουν τις ιδέες, τις αξίες και τα πιστεύω τους κόντρα στο ρεύμα, τη μόδα, τις προκαταλήψεις, ακόμα κι αν όλοι γύρω τους διαφωνούν.
• Η περίφημη κριτική ικανότητα δεν διδάσκεται. Υπάρχει ήδη μέσα μας, είναι μέρος του συναισθηματικά ισορροπημένου ατόμου. Δουλειά του δασκάλου είναι να σκαλίσει, όπως ο γλύπτης με το καλέμι για να αποκαλύψει τη μορφή της κριτικής σκέψης όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα στα παιδικά και εφηβικά μυαλά.
• Ο φόβος είναι ένα φυσικό ανθρώπινο συναίσθημα. Είναι η φυσιολογική αντίδραση του ανθρώπου μπροστά στον κίνδυνο. Δεν θέλουμε να μη φοβούνται τα παιδιά μας. Θέλουμε να τα μάθουμε να διαχειρίζονται το φόβο, να τον διοχετεύουν στη δημιουργία. Έτσι ο φόβος εξανθρωπίζεται και αντέχουν να ζουν μαζί του.

• Αν θέλουμε να αλλάξουμε την παιδεία χρειάζεται πρώτα να αλλάξουμε τη στάση μας απέναντι στη γονεϊκότητα, πρέπει να γίνουμε διαφορετικοί γονείς. Πρέπει λοιπόν πρώτα εμείς οι μεγάλοι να «ενηλικιωθούμε» και να αφήσουμε πίσω μας παγιωμένες ιδέες, προκαταλήψεις, καχυποψία απέναντι στο καινούριο και το διαφορετικό, που μας κρατούν δεμένους σε ένα στείρο εκπαιδευτικό παρελθόν. Βοηθάει πολύ να μαζευόμαστε όσοι έχουμε τα ίδια μυαλά δημιουργώντας μικρές κοινότητες, κοιτίδες σκέψης και δράσης. Αυτό κάναμε άλλωστε το Σάββατο στο χώρο του Ρομάντσου.
• Όπως είπε ένας μικρός μαθητής του Teacher Tom «Παιχνίδι είναι αυτό που κάνω όταν οι άλλοι σταματούν να μου λένε τι πρέπει να κάνω».
Κι επειδή εγώ μπορεί να ήμουν εκεί αλλά εσείς δεν είναι απαραίτητο να με πιστέψετε, εδώ θα βρείτε βίντεο από την εκδήλωση.
Φωτογραφίες από τον Χρήστο Λουφόπουλο https://www.flickr.com/photos/ophilos.
Όταν η φαντασία δίνει χέρι στην Ιστορία, η έμπνευση στην εμπειρία και ο μύθος στη λογοτεχνία, φτιάχνονται βιβλία σαν τα Καράβια που δεν φοβήθηκαν. Ιστορίες που κλείνουν μέσα τους ταξίδια, ανέμους, τολμηρούς και πεισματάρηδες καπετάνιους. Πόσο μάλλον όταν για το γράψιμό του ένωσαν τις δυνάμεις τους δύο επαγγελματίες γραφιάδες, μία παραμυθού με γοητευτική γλώσσα και σπουδαίες περγαμηνές στην Ιστορία και ένας χειμαρρώδης αφηγητής με ναυτικές ρίζες και τρέλα για τα πλεούμενα.

Το ‘βαλα σκοπό να παίξω ένα παιχνίδι κρύβοντας από τον εαυτό μου το όνομα του συγγραφέα στο τέλος κάθε διήγησης και προσπαθώντας να μαντέψω ποιος από τους δύο την είχε γράψει μια που είχα διαβάσει άλλα βιβλία και των δύο στο παρελθόν. Έχασα δύο φορές στις έξι κι ύστερα θαύμασα τη Μαρία Αγγελίδου και τον Αντώνη Παπαθεοδούλου που κατόρθωσαν να συνταιριάσουν την περπατησιά τους τόσο καλά που να μην καταλαβαίνεις ποια ιστορία έχει γράψει ο καθένας τους.
Τα καράβια τους λένε πως δεν φοβήθηκαν μα εγώ λέω πως φοβήθηκαν απλώς την κρίσιμη στιγμή αψήφησαν το φόβο τους και προχώρησαν κόντρα στον καιρό όπως κάνουν όλοι οι αληθινά γενναίοι αυτού του κόσμου. Τα Καράβια τους ταξιδεύουν σε πολλές θάλασσες και σε πολλές εποχές της ανθρώπινης Ιστορίας. Το καράβι του Πυθέα στους αρχαίους ελληνικούς χρόνους που έφτασε μέχρι τον Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό και άντε μετά να τον πιστέψουν, η Πάραλος, το ιερό καράβι της αρχαίας Αθήνας που μετέφερε πρεσβευτές, χρησμούς και στο τέλος κακά μαντάτα, το καράβι με το σκανδιναβικό δράκο στην πλώρη του Λέιφ του Βίκινγκ από τη Γροιλανδία που πρώτος πάτησε το πόδι του στην Αμερική και αφήστε τους άλλους να λένε, το Cutty Shark, γνωστό ιστιοφόρο που μετέφερε σε ρεκόρ χρόνου ευωδιαστά φορτία τσαγιού από τις αποικίες στη μαμά Αγγλία μέχρι που του πήραν τη δουλειά και τα πρωτεία τα πλοία με τις ατμομηχανές, το ξύλινο ιστιοφόρο του Χεμιγουέι που πήρε πολλών τα μυαλά και έγραψε στο χαρτί και στη ζωή, το ελληνικό αντιτορπιλικό Αδρίας που μέσα στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κατάφερε τορπιλισμένο και μισό στην κυριολεξία να προκαλέσει μπελάδες στο ναζιστικό Άξονα και να ταξιδέψει ξεσηκώνοντας κύματα ενθουσιασμού και αγωνιστικής διάθεσης στα ναυτικά πληρώματα των Συμμάχων.

Ξέχασα να σας πω ότι το βιβλίο είναι παιδικό από αυτά που καταβροχθίζονται με μια αναπνοή από αναγνώστες 9-99 ετών. Με παιχνιδιάρικες αφαιρετικές εικόνες από τον Χρήστο Κούρτογλου. Και το καλύτερο: έχει και συνέχεια, τα Καράβια που ταξίδεψαν τη φαντασία. Φυσικά ένα τέτοιο βιβλίο του έπρεπε να πιτσιλιστεί με αλμύρα. Το «έβρεξα» στα νερά του Πατραϊκού, εκεί κοντά στο Αίγιο ατενίζοντας τον ορίζοντα. Εσείς πού θα καθελκύσετε τα καράβια σας; Δε χρειάζεται να πάτε μακριά. Αρκεί μία βόλτα μέχρι την κουζίνα… τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει η φαντασία.
Τη λένε Ρόζα Δελλατόλα και είναι από ατίθαση γενιά. Εμφανίστηκε το 2013 στην ελληνική παιδική λογοτεχνία, μέσα από τη δημιουργική φαντασία της Λώρης Κέζα. Η Ρόζα είναι ένα κορίτσι που μετακόμισε με τους γονείς και τον αδελφό της από την Αθήνα στο χωριό Λουτρά της Τήνου «για να ζήσουν πιο απλά».
Ο μπαμπάς της, πρώην διευθυντής διαφημιστικής, ανοίγει γραφείο τελετών στο χωριό ενώ η μαμά της κάνει συνέχεια γιόγκα και γράφει ένα βιβλίο για τις γελούδες, τις τοπικές ξωτικιές.
Η Ρόζα είναι τολμηρή, μπερδεύεται στις υποθέσεις των μεγάλων και αντιμετωπίζει τη ζωή με περιέργεια, θάρρος και δόσεις χιούμορ. Μυρίζεται όταν …κάποιο λάκκο έχει η φάβα και ξεσκεπάζει τους απατεώνες του νησιού.

Δε διστάζει να γραφτεί ως η μοναδική εσωτερική μαθήτρια στο σχολείο της μονής Ουρσουλινών ώστε αυτό να συνεχίσει να λειτουργεί. Άλλωστε είναι ένας καλός τρόπος για να ξεφύγει από τις ανοστιές της υγιεινής μαγειρικής της μαμάς της.
Οι καλόγριες, πιστές στην παράδοση της πρωτοπορίας του σχολείου τους, μαθαίνουν τη Ρόζα να επικοινωνεί μέσα από γιγάντιες ταμπλέτες με καθηγητές απ’ όλον τον κόσμο, ο καθένας διάσημος στον τομέα του.
Με τις ταμπλέτες θέλει να …παίξει και ο δήμαρχος του νησιού για να βγάλει εύκολο παραδάκι στο δεύτερο τόμο με τα κατορθώματα της Ρόζας.
Από εκεί είναι και το απόσπασμα που ακολουθεί, αφού είχαμε την τύχη να το παραχωρήσει η Λώρη Κέζα Στα πλήκτρα πριν από την επίσημη κυκλοφορία του. Την ευχαριστώ πολύ και στους υπόλοιπους, καλή σας ανάγνωση!

Η κλοπή της Παναγίας (*)
Απόσπασμα από το δεύτερο κεφάλαιο
Δήμαρχοι και ταμπλέτες
Αργά το απόγευμα η οικογένεια Δελλατόλα επέστρεψε στο σπίτι, στα Λουτρά. Το χωριό βρίσκεται στο κέντρο της Τήνου, εκεί όπου διασταυρώνονταν πάντοτε οι κεντρικοί δρόμοι, αυτοί που ενώνουν το ανατολικό με το δυτικό μέρος του νησιού και το βόρειο με το νότιο. Βρίσκεται ακριβώς κάτω από το το Εξώμβουργο, τον απόκρημνο βραχώδη λόφο όπου ήταν χτισμένη η αρχαία πόλη της Τήνου και αργότερα η μεσαιωνική πόλη. Αν φανταστούμε το νησί ως ανθρώπινο σώμα, αυτός ο βράχος είναι η καρδιά. Όλοι οι αρχαίοι πετρόχτιστοι δρόμοι, όλα τα μονοπάτια συνδέονται σαν αρτηρίες και φλέβες που με κάποιο τρόπο καταλήγουν στο κέντρο, στην καρδιά. Εκεί υπάρχει ένα μοναστήρι κι ένας ναός που συμπτωματικά είναι ναός της Ιεράς Καρδίας του Ιησού. Τα Λουτρά είναι το χωριό δυο καθολικών μοναστηριών. Αυτό το σημείο διάλεξαν οι Ιησουίτες το 1840 για να αναγείρουν τη Μονή τους και ακολούθησαν οι Ουρσουλίνες που ίδρυσαν την περίφημη Σχολή.
Η Ρόζα ανέβηκε πρώτη τα πέτρινα σκαλοπάτια του σπιτιού. Στο κατώφλι κάποιος είχε αφήσει ένα βότσαλο. Αυτό είναι μήνυμα. Αν κάποιος περάσει και δεν βρει κανέναν, αφήνει βότσαλο μπροστά στην πόρτα. Τον πρώτο καιρό η μαμά της Ρόζας, νόμιζε πως οι συγχωριανοί τής κάνουν πλάκα. Κατόπιν ξεκίνησε να γράφει ένα βιβλίο για τις Γελούδες και άρχισε να ρωτά αν αυτά τα τοπικά φαντάσματα επικοινωνούν αφήνοντας βότσαλα. Οι Γελούδες προτιμούν όμως να φοβίζουν τον κόσμο τη νύχτα και να τους αρπάζουν τα πράγματα. Δεν αφήνουν βότσαλα.
Η Καρμέλα Μπον είχε ακούσει ότι οι Γελούδες λέγονται έτσι επειδή μοιάζουν με αγγέλους, είναι δηλαδή Αγγελούδες. Μετά την έρευνά της κατέληξε ότι λέγονται έτσι από την Αελλώ, δαίμονα του αέρα στην ελληνική αρχαιότητα, η οποία άρπαζε τα υπάρχοντα των ανθρώπων και καμιά φορά τους ίδιους τους ανθρώπους. Τα έγραφε όλα αυτά στο βιβλίο της που είχε ανέλπιστη επιτυχία χάρη σε ένα τυπογραφικό λάθος στο εξώφυλλο: «Οι Γελούδες δεν γελούν, Ιστορίες με Γελάδες και άλλες στρίγγλες». Μια τροφαντή αγελάδα κοσμούσε το εξώφυλλο και όλοι το αγόραζαν νομίζοντας ότι πρόκειται για ιστορίες ερωτικής τρέλας.
Η Ρόζα ήταν σίγουρη ότι το βότσαλο δεν την αφορά. Το χωριό δεν έχει άλλα παιδιά, εκτός από την ίδια και τον αδελφό της. Ευτυχώς την 1η Ιουλίου θα άνοιγε η Σχολή για να λειτουργήσει ως κατασκήνωση. Ετοιμάζονταν να καθίσουν στο τραπέζι για να φάνε το φαγόπυρο με λούζα, το ντόπιο αλλαντικό όταν ακούστηκε μια φωνή: «Φραγκίσκο, πάνω είσαι; Ανεβαίνω…». Στην πέτρινη σκάλα του σπιτιού εμφανίστηκε ιδρωμένος και λαχανιασμένος ο Λορέντζος Πρελορέντζος, ο δήμαρχος. Η Καρμέλα τον κοίταξε λοξά. Ήξερε ότι πάλι κάτι θα ζητούσε.
Ξεκίνησαν μια συζήτηση για τον καιρό, για τους τουρίστες που θα έρχονταν το καλοκαίρι, για την οικονομική κρίση που ζούσε η Ελλάδα. Τότε ο δήμαρχος το ξεφούρνισε.
-Φραγκίσκο βρήκα μια επιδότηση για το νησί και θέλω να με βοηθήσεις. Το κράτος θα δώσει λεφτά σε δήμους που θα κάνουν έργα για την τεχνολογία, για όποιον βάλει ταμπλέτες και κομπιούτερ στην καθημερινή ζωή στα μικρά χωριά. Σκέφτηκα λοιπόν να κάνουμε αλλαγές στα νεκροταφεία. Να βάλουμε οθόνες στα μνήματα και οι συγγενείς να βλέπουν όποτε θέλουν ένα βίντεο για τον πεθαμένο τους.
Ο Φραγκίσκος άρχισε να γελά πολύ δυνατά. Η Καρμέλα κοιτούσε τον δήμαρχο με μεγάλη σοβαρότητα επειδή κατάλαβε ότι αυτά που έλεγε, τα εννοούσε. Πέρασαν κάποια λεπτά μέσα στη σιωπή και η Ρόζα βρήκε την ευκαιρία να πετάξει το φαγόπυρο στον σκουπιδοτενεκέ.
(*) τίτλος εργασίας

Η Λώρη Κέζα γεννήθηκε στο Μόντρεαλ, ζει στην Αθήνα και ονειρεύεται την Τήνο. Είναι δημοσιογράφος και γράφει άρθρα για τους ιππότες, τους πειρατές και τους καλικάντζαρους που συνεδριάζουν στη Βουλή.
Πάρτι κοριτσιών στο εφηβικό δωμάτιο ή πάρτι νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο; Και τα δύο στην παράσταση «Τι θα γίνει, θα κοιμηθούμε απόψε;» του Πέτρου Αλατζά και Αναστάσιου Μπονάκη. Μια κωμωδία για τη φυσιολογία του ύπνου, για το τι συμβαίνει από την ώρα που το σώμα κουράζεται και το κεφάλι ακουμπάει στο μαξιλάρι μέχρι τη στιγμή που ξυπνάμε το άλλο πρωί χορτάτοι ή όχι από ύπνο και όνειρα. Μια παράσταση για εφηβικό και ενήλικο κοινό που επιθυμεί να διδάξει και δεν το κρύβει, που μας μαθαίνει με χιούμορ και φρέσκους διαλόγους χωρίς να προδίδει την επιστημονική πληροφορία που μεταφέρει.

Το σκηνικό είναι λιτό και λειτουργικό, να μπορεί να μεταφερθεί και εκτός θεάτρου αν χρειαστεί. Τα παπλώματα σε πρώτο πλάνο δηλώνουν ξεκάθαρα πως εδώ ήρθαμε για να μάθουμε πώς κοιμούνται. Μεταφερόμαστε στο high-tech (ταμπλέτες, λάπτοπ) «αρχηγείο» του εγκεφάλου όπου οι δύο ανταγωνιστές, ο Θάλαμος και ο Υποθάλαμος πρέπει να συνεργαστούν για να βάλουν το σώμα (έφηβη κοπέλα) για ύπνο αφού κατατροπώσουν τους νευροδιαβιβαστές της εγρήγορσης. Η δράση περιλαμβάνει διαμάχες, μηχανορραφίες, έρωτες. Οι ηθοποιοί που υποδύονται τον Θάλαμο και τον Υποθάλαμο φορούν μακό με λογότυπο την αποστολή τους στο σώμα: ο ένας Υπεύθυνος Διανομής των Αισθήσεων, ο άλλος Προϊστάμενος Ύπνου. Το βλέπεις όλη την ώρα της παράστασης μπροστά σου οπότε είναι αδύνατο να το ξεχάσεις! Μου άρεσε ότι στο σύνολο της παράστασης η πληροφορία ήταν τόση ώστε να σε χορτάσει αλλά να μην σε μπουχτίσει. Ο ρυθμός είναι γρήγορος, μικρά βίντεο με δράση παρεμβάλλονται συχνά στο διάλογο των δύο πρωταγωνιστών και η μικρή διάρκεια (60 λεπτά) της παράστασης είναι ιδανική για το νεαρότερο και πιο ανυπόμονο κοινό.
Είναι φανερό ότι οι άνθρωποι που έστησαν την παράσταση επένδυσαν χρόνο και ενέργεια στο σενάριο, την έρευνα, το blog http://sleeparteducation.blogspot.gr/ που συνοδεύει την παράσταση και τη συζήτηση που την ακολουθεί. Όπως αποκαλύφθηκε, είναι άνθρωποι με πολυδιάστατες ζωές: ένας χημικός-σκηνοθέτης-ηθοποιός, ένας σεναριογράφος-νευρολόγος-υπνολόγος, ένας ηθοποιός-σκιτσογράφος και μία ηθοποιός-χορογράφος. Στο τέλος του έργου το κοινό μπορεί να παραμείνει (αν θέλει) για ένα μισάωρο και να συζητήσει τις απορίες του περί ύπνου με τον νευρολόγο-υπνολόγο και λέκτορα στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ Αναστάσιο Μπονάκη. Μην σας τρομάζουν οι πολλοί του τίτλοι, είναι ένας άνθρωπος προσηνής, με αγάπη για το αντικείμενό του, ικανότητα να επικοινωνεί τις επιστημονικές έννοιες και υπομονή για τις ατελείωτες ερωτήσεις ημών των αδαών. Έφυγε μόνον όταν ικανοποίησε και το τελευταίο υψωμένο χέρι. Πολλή συζήτηση για τα όνειρα που συμβαίνουν στο στάδιο REM του ύπνου και είναι συνηθέστερα αγχωτικά και εν γένει δυσάρεστα για να μας ακονίσουν, λέει, το ένστικτο της επιβίωσης. Όνειρα ίσον μνήμες επενδυμένες με συναίσθημα… πολύ ποιητικός μου φάνηκε αυτός ο ορισμός.
Το καλύτερο ήταν τα νέα για την αυξητική ορμόνη που αναπλάθει το ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτή εκκρίνεται μόνο στον ύπνο μικρών και μεγάλων, στο στάδιο βραδέων κυμάτων. Χωρίς ύπνο, δεν παράγεται αυξητική ορμόνη και χωρίς αυξητική ορμόνη δεν μπορεί να συνεχίσει η ζωή. Όσο μεγαλώνουμε μειώνεται η διάρκεια ύπνου βραδέων κυμάτων και έτσι μειώνεται η παραγωγή αυξητικής ορμόνης. Αποτέλεσμα: Γερνάμε! Αν θέλετε λοιπόν να μην γεράσετε γρήγορα, φρεσκαριστείτε με γενναιόδωρες δόσεις ύπνου καθημερινά. Περάστε και από το θέατρο Altera Pars να δείτε την παράσταση, που δεν θα σας νανουρίσει αλλά θα σας αφυπνίσει και θα σας διασκεδάσει, και μετά θα κοιμάστε καλύτερα!
Στο θέτρο Altera Pars, Μεγάλου Αλεξάνδρου 123, Κεραμεικός. Τηλέφωνα επικοινωνίας για οργανωμένες παραστάσεις σχολείων 6981 300 104, 210 923 1955.
Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 4 της έντυπης έκδοσης του περιοδικού The Machine – Art Press που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο 2014.