Σάββατο πρωί με την αφρικανική σκόνη να αιωρείται παντού στην Αττική και να την τυλίγει σε πέπλο ομίχλης βρέθηκα στο πάλαι ποτέ θρυλικό Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (ΣΕΦ) για την πρώτη επίσημη εμφάνιση του υιού σε αγώνες. Είχα πάρει μαζί μου τη φωτογραφική μου μηχανή και ήμουν όλο ενθουσιασμό που θα περιπλανιόμουν σε ένα από τα πιο μεγάλα και εμβληματικά κλειστά στάδια της Ελλάδας, όσο ο γιος θα έκανε «ζέσταμα».

Βέβαια πήρα μια πρώτη κρυάδα όταν φτάσαμε και ψάχναμε κάποια ένδειξη για την είσοδο του σταδίου. Ούτε λόγος για κάποιον υπάλληλο που να δίνει πληροφορίες, να κάνει καθήκοντα υποδοχής. Εντάξει λες, ζούμε και σε δύσκολους καιρούς. Τελικώς τρυπώσαμε από κάποια τζαμένια πόρτα που ήταν ξεκλείδωτη και βρεθήκαμε εντός του χώρου. Η πρώτη εντύπωση: λερά τζάμια (είναι ένα από τα pet hate μου) παντού και μια γυάλινη προθήκη με έπαθλα που από την πολλή σκόνη είχαν χάσει το χρώμα τους. Προχωρήσαμε, βρήκαμε το χώρο των εγγραφών και τη μεγάλη αίθουσα όπου οι έφηβοι αθλητές «ζεσταίνονταν» με ασκήσεις. Ο γιος μου βρήκε τον προπονητή του κύριο Γιώργο κι εγώ, με τη φωτογραφική ανά χείρας, ξεκίνησα για το γύρο του ΣΕΦ.
Μου πήρε κανένα τέταρτο να κυκλώσω περιφερειακά την κυρίως εγκατάσταση. Η πρόθεσή μου ήταν να καταγράψω στο φακό ό,τιδήποτε ήταν όμορφο ή ενδιαφέρον. Ο κεντρικός χώρος της αρένας όπου εκτυλίσσονται τα αθλητικά δρώμενα ήταν αξιοπρεπής αλλά οτιδήποτε ήταν από πάνω, από κάτω, πέριξ… Έτσι άλλαξα ρότα και ξεκίνησα το προσωπικό μου ρεπορτάζ ασχήμιας κι εγκατάλειψης. Όπως αυτοί οι ηθοποιοί που πάνε για το Όσκαρ και καταλήγουν με Χρυσό Βατόμουρο…
Η οροφή του σταδίου μπάζει από παντού με αποτέλεσμα πολλές ευμεγέθεις λιμνούλες περιμετρικά των τελευταίων θέσεων του άνω διαζώματος της κεντρικής αρένας. Δάπεδα που χάσκουν ή έχουν ξηλωθεί, σπασμένες και άδειες πυροσβεστικές φωλιές, (όχι καλέ, δεν ήταν βανδαλισμένες), ξεσκίδια από πανιά που διαφήμιζαν κάποια παλιότερη διοργάνωση. Ευφάνταστα αυτοκολλητάκια οπαδών συγκεκριμένης ομάδας που προπονείται στο ΣΕΦ σε κάθε διαθέσιμη κατακόρυφη επιφάνεια. Εννοείται συνθήματα με σπρέι σε όλους τους εξωτερικούς τοίχους, GATE 7 σε πολλές παραλλαγές και με διάφορους βαθμούς κοσμιότητας. Εντύπωση μου έκανε το ΠΑΟ – Θρησκεία –Παιανία 29-03-2007. Δηλαδή ένας κουβάς με φτηνό νερόχρωμα δε βρέθηκε μέσα στα τελευταία οχτώ χρόνια; Και πολύ σκουριασμένο σίδερο, πολλή σκουριά. Κακοφωτισμένα έως σκοτεινά εντελώς κλιμακοστάσια οδηγούν σε αποδυτήρια και άλλους βοηθητικούς χώρους. Κατσαρίδες που αφήνουν την τελευταία τους πνοή στις τουαλέτες.
Όσο ήταν να γκρινιάξω, γκρίνιαξα. Στα καθ’ ημάς τώρα… Συνόδευα ένα αγόρι 13,5 χρονών που θα έτρεχε για πρώτη φορά με αθλητές εκτός του γυμναστικού του συλλόγου. Στο στάδιο είχαν μαζευτεί έφηβοι απ’ όλες τις γειτονιές και από όλους τους γυμναστικούς συλλόγους της Αθήνας. Ο Κωνσταντίνος είχε τεράστιο άγχος για δύο πράγματα 1) μήπως μπουρδουκλωθεί και πέσει όπως είχε ακούσει να συμβαίνει σε μεγαλύτερους συναθλητές του και 2) μήπως έρθει τελευταίος. Και βεβαίως, ο δικός μου ρόλος ήταν αυτός της ψυχολογικής υποστήριξης. Είπα διάφορα που δεν τα θυμάμαι, μεταξύ άλλων ότι αυτός ο αγώνας ήταν ουσιαστικά ένα είδος προπόνησης για όλους τους υπόλοιπους που θα ακολουθούσαν και μια πρώτη επίσημη καταγραφή των επιδόσεών του. Επομένως καλά θα έκανε να μείνει χαλαρός και να το ευχαριστηθεί. Εγώ ήμουν αυτή που τα έλεγε; Μόλις λάβανε θέσεις και είδα τους συναθλητές του, τα ‘χασα η μάνα: δίπλα στο δικό μου κλαράκι του 1,63 και των 45 κιλών στεκόντουσαν ζερβόδεξα κάτι γομαροειδείς έφηβοι (καλά να είναι τα παιδιά) που είχαν αρχίσει να βγάζουν γένια. Μια αγκωνιά να του ρίχνανε…
Τα επόμενα 1000 μέτρα ήταν η πιο αγωνιώδης κούρσα που έχω ποτέ παρακολουθήσει (εγώ τον στίβο τον ήξερα μόνο από την τηλεόραση πριν γίνω μαμά). Το κλαράκι έκανε καλή εκκίνηση, δεν παραπάτησε, δεν ποδοπατήθηκε, δεν ήρθε τελευταίο. Και παρόλο που δεν μπήκε στην πρώτη τριάδα, μόλις τελείωσε ήρθε με φωτεινή διάθεση και χαμόγελο να μου ανακοινώσει πόσο χαρούμενος ήταν που πέτυχε μικρότερο χρόνο απ’ αυτόν που του είχε συστήσει ο προπονητής την προηγουμένη. Και όλο ενθουσιασμό μoυ εξηγούσε τις τεχνικές που του υπέδειξε ο κύριος Γιώργος να επιστρατεύσει στο μέλλον για να βελτιώσει κι άλλο το χρόνο και τη σειρά του. Είναι ωραίο να παίζεις με αντίπαλο τον εαυτό σου και να κερδίζεις!

Στην έξοδό μας από το στάδιο είχαμε ένα έξτρα μπόνους: ήρθαμε μούρη με μούρη με κάτι γιγαντιαίες φωτογραφίες με γνωστούς αθλητές από το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου του 1985 (αυτό εγκαινίασε τις εγκαταστάσεις) και με τα «παιδιά» της Εθνικής Ομάδας Μπάσκετ – Γκάλης, Γιαννάκης, και όλη η παρέα από το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Μπάσκετ του 1987. Φλάσμπακ στο χρόνο για μένα που ήμουν τότε στην ηλικία του Κωνσταντίνου. Με γνήσια συγκίνηση (τα έχει αυτά η νοσταλγία) του διηγήθηκα τι ζήσαμε τότε, τι επιτεύχθηκε, τον ενθουσιασμό που βιώσαμε ως άτομα και συλλογικά ως έθνος και πως αυτά τα μεγάλα και υπέροχα έργα πρέπει να προβλέπεται να συντηρούνται αλλιώς… Το θυμικό μας ψήλωσε με δύο φωτογραφίες 1,5 x 1,5. Για τα υπόλοιπα χρειάζεται δουλειά.

Κάτι και η ανάρτηση της αγαπημένης
Δεν χρειαζόμουν δεύτερη πρόσκληση. Φόρεσα το πιο ζεστό μπουφάν μου, τα γάντια μου και το κόκκινο σκουφί μου και ζήτησα από τον έφηβο γιο μου να με συνοδέψει. Η πρώτη του αντίδραση δεν ήταν πολύ ενθουσιώδης αλλά υποχώρησε στο ακλόνητο επιχείρημά μου: αυτό ήταν το δώρο που του ζητούσα για τα Χριστούγεννα. Το ραντεβού ήταν στην είσοδο της Πλάκας. Η μικρή αρχικά παρέα σύντομα μεγάλωσε μέχρι που μαζευτήκαμε καμιά σαρανταριά νοματαίοι, οι περισσότεροι ενήλικες, μια μικρή ομάδα εφήβων και ένα μωρό της αγκαλιάς με το σκουφί στο μάρσιπο της μαμάς του. Είχαμε και όργανα: ακορντεόν, μαντολίνο, δυο-τρία τρίγωνα ορχήστρας (που βγάζουν αγγελικό ήχο), ζίλια. Μοιραστήκαμε τις παρτιτούρες όσοι δεν ξέραμε καλά τους στίχους και ξεχυθήκαμε στα στενά. Και εμένα ω! ένας καλός κύριος της μουσικόφιλης παρέας μου εμπιστεύτηκε να κρατάω τον τόνο με ένα από τα υπέροχα τρίγωνα της ορχήστρας. Γκλίν!
Πρώτοι μας αντιλήφθηκαν οι καταστηματάρχες στα εμπορικά της Πλάκας – θα μου πεις δύσκολο να μην σας πάρουν χαμπάρι 40 ανθρώπους που τραγουδούν εν σώματι. Μας ευχήθηκαν, τους ευχηθήκαμε και προχωρήσαμε την ανηφόρα. Ανεβήκαμε σκαλιά και ελικοειδή σοκάκια προς τις πάνω ρούγες, εκεί που τελειώνουν τα μαγαζιά και τα εστιατόρια και έχει μόνο σπίτια μιας άλλης εποχής, άλλα ταπεινά και άλλα αρχοντικά, με φωταγωγημένα παράθυρα και μπαλκόνια. Ο αέρας ήταν ψυχρούτσικος και μύριζε καπνό από τζάκια και ξυλόσομπες. Κάθε τόσο κάναμε στάσεις και τραγουδούσαμε. Σε κάθε στάση η φωνή μου δυνάμωνε και τα χαμόγελα των συν-τραγουδιστών μου φαίνονταν πιο θερμά. Αναζήτησα με το βλέμμα τον γιο μου που είχε φυσιολογικότατα απομακρυνθεί από μένα. Μοιραζόταν μια παρτιτούρα με κάποιους πιο πίσω, τραγουδούσε με θέρμη και τα μάτια του πρόδιδαν ευχαρίστηση. Τον άφησα στην ησυχία του και αφέθηκα σε ένα εσωτερικό ντους ευγνωμοσύνης. Η νύχτα μας είχε πολλά δώρα.
Πήραμε την κατηφόρα προς Μοναστηράκι, πάντα τραγουδώντας. Στις ταβέρνες μια παρέα γιαπωνέζων τουριστών άφησαν τις καρέκλες τους και μας περικύκλωσαν για να μας αποθανατίσουν απ’ όλες τις γωνίες. Μπαίναμε στο εμπορικό κομμάτι της πόλης και ο κόσμος άρχισε πάλι να πυκνώνει. Δίπλα το σταθμό του ηλεκτρικού δώσαμε την τελευταία μας παράσταση. Καλήν εσπέραν άρχοντες… και για πρώτη φορά τα λόγια είχαν νόημα γιατί ήταν πράγματι εσπέρα. Η βραδιά έκλεισε με χειροκρότημα και φιλιά, πολλά φιλιά με τους νέους μας φίλους. Για τη συνέχεια, επιβίβαση για την υποφαινόμενη και τον συνοδό της στο τρένο γιατί μας περίμενε γιορτινό τραπέζι σε φίλους πολύ αγαπημένους. Βάλτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να τα πούμε… Να σημειωθεί ότι τα καλαντίσματα ήταν προσφορά προς το φιλοθεάμον κοινό μας, άνευ χρηματικής ανταμοιβής. Έτσι παρέμεινα μια ευπρεπής κόρη. Και του χρόνου! Γκλιν!

Δύο πολύ νεαρά παιδιά παίζουν βιολί (Γλαύκος Σμαριανάκης) και κιθάρα (Κωστής Παπαλουκάς) ενώ ο «μαέστρος» της παράστασης Μάριος Παπαδέας μας τρελαίνει με το σαντούρι του. Μέχρι και την «ισπανική υποχώρηση» μας έπαιξε και μας έμαθε! Με αυτά και με εκείνα ο Καραγκιόζης έφτασε στο φρούριο για να ανακαλύψει ότι δεν υπάρχουν καλικάντζαροι, παρά μόνο πονηροί άνθρωποι που εκμεταλλεύονται τον φόβο των άλλων για να τσεπώσουν τον θησαυρό!


Δύο ακόμη αγόρια, ίσως μέλη της ίδιας παρέας, έγερναν στην κουπαστή της γέφυρας, κουνούσαν το κεφάλι στο ρυθμό κάποιας αόρατης για μένα μουσικής, χτυπούσαν που και που επιδοκιμαστικά τα χέρια τους, γελούσαν και ενθάρρυναν τους χορευτές. Ο φωτισμός της λεωφόρου ήταν πλεονεκτικός για μένα που τους λαθροκοίταζα. Είχα μάλιστα γείρει χωρίς ντροπή ολόκληρη στο μπαρμπρίζ για να τους παρακολουθώ καλύτερα. Τους έβλεπα να στροβιλίζονται, να χοροπηδούν, να ενώνουν τα χέρια και τα σώματα, να αφήνουν το ταίρι τους και πάλι από την αρχή. Γελούσαν, μιλούσαν, χορεύανε. Διασκέδαζαν. Υπήρχε έξαψη και ενθουσιασμός στον αέρα. Τα μαλλιά των κοριτσιών, μακριά, λυτά, κυματιστά, τις ακολουθούσαν σε κάθε τους κίνηση. Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει γρηγορότερα από ενθουσιασμό και να φουσκώνει από ευγνωμοσύνη για τη στιγμή που μου προσφερόταν, νυχτερινό δώρο λίγο πριν κοιμηθώ. Ήθελα να τους στείλω τα φιλιά μου· πολλά τρυφερά φιλιά σε αυτά τα νεαρά παιδιά και στον 16χρονο εαυτό μου που τότε ντρεπόταν να χορεύει σε γέφυρες. Τους τα έστειλα νοερά.

Κι όπως περπατούσα σε άγνωστη γειτονιά, ξεφύτρωσε μπροστά μου ένα μαγαζάκι, διασταύρωση μινιμάρκετ και παλαιού παντοπωλείου που είχε στο πεζοδρόμιο πέντε καφασάκια όλα κι όλα με είδη μαναβικής. Τα περισσότερα ήταν εξωτικά όπως και ο συμπαθής ιδιοκτήτης που λαθροκοίταξα πίσω από την τζαμαρία. Το φως έπεφτε όμορφα πάνω στους καρπούς της γης και ένιωσα την επιθυμία να τους αποθανατίσω με τη φωτογραφική μου. Επειδή ντράπηκα να φωτογραφήσω χωρίς να ‘χω αλλάξει δυο κουβέντες πρώτα διάλεξα ένα άγνωστο αγγουρόσχημο λαχανικό με σκοπό να το αγοράσω και κατευθύνθηκα προς τον ιδιοκτήτη ρωτώντας τον τι είναι τούτο το θαυμαστό πράγμα. Μου απάντησε ότι είναι ένα ούπο (upo στο google). Το φέρνουν από την Ινδία και το Πακιστάν, και μπορείς να το φας σοταρισμένο. Και στις μεγάλες ζέστες μπορείς λέει να κόψεις χοντρές φλούδες και να κάνεις με αυτό μασάζ στις ταλαιπωρημένες γάμπες σου για δροσιά και ξεκούραση! Χαμογέλασα, πλήρωσα, φωτογράφισα και έφυγα. Α, και μη με ρωτήσετε τι γεύση είχε το ούπο γιατί δεν το δοκίμασα ποτέ! Ετοιμαζόμουν να ταξιδέψω εκείνες τις μέρες και δεν πρόλαβα να το μαγειρέψω. Έτσι το χάρισα σε κάποιους φίλους κι έκτοτε αγνοείται η τύχη του.


